Ποιητές

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο το 1900 και τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει ποτέ τις νομικές του σπουδές. Τα ενδιαφέροντά του ήταν καθαρά λογοτεχνικά και από νωρίς μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο αλλά και την Αγία Γραφή και ξένους λογοτέχνες όπως τον Ντ' Αννούντσιο. Τα επόμενα χρόνια πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια και στράφηκε στην ποίηση και το θέατρο. Σημαντικό σταθμό στη ζωή του Σικελιανού αποτέλεσε ο γάμος του, το 1907, με την Αμερικανίδα Eva Palmer, η οποία σπούδαζε στο Παρίσι ελληνική αρχαιολογία και χορογραφία. Ο γάμος τους τελέστηκε στην Αμερική, ενώ εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα το 1908. Εκείνη την περίοδο ο Σικελιανός ήρθε σε επαφή με αρκετούς πνευματικούς ανθρώπους και τελικά το 1909 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Αλαφροΐσκιωτος, η οποία προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους, αναγνωριζόμενη ως έργο σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων. Ακολούθησε μια περίοδος έντονης αναζήτησης. που καταλήγει στην έκδοση των τεσσάρων τόμων της ποιητικής συλλογής Πρόλογος στη Ζωή, Η Συνείδηση της Γης μου (1915), Η Συνείδηση της Φυλής μου (1915), Η Συνείδηση της Γυναίκας (1916) και Η Συνείδηση της Πίστης (1917). Ο Πρόλογος στη Ζωή ολοκληρώθηκε αργότερα με τη Συνείδηση της Προσωπικής Δημιουργίας. Ακολουθούν ακόμα τα χαρακτηριστικά ποιήματα Το Πάσχα των Ελλήνων και Μήτηρ Θεού, της περιόδου 1917 - 1920, καθώς και διάφορες συνεργασίες του με λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής.

 

Η αρχαιοελληνική πνευματική ατμόσφαιρα απασχόλησε βαθιά το Σικελιανό και συνέλαβε την ιδέα να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών («Δελφική Ιδέα»). Για το σκοπό αυτό ο Σικελιανός, με τη συμπαράσταση και την οικονομική αρωγή της γυναίκας του, δίνει πλήθος διαλέξεων και δημοσιεύει μελέτες και άρθρα. Παράλληλα, οργανώνει τις «Δελφικές Εορτές» στους Δελφούς με τις παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη (1927) και των Ικέτιδων (1930) του Αισχύλου να ανεβαίνουν στο αρχαίο θέατρο. Η «Δελφική Ιδέα» εκτός από τις αρχαίες παραστάσεις περιελάμβανε και την «Δελφική Ένωση», μια παγκόσμια ένωση για τη συναδέλφωση των λαών και το «Δελφικό Πανεπιστήμιο», στόχος του οποίου θα ήταν να συνθέσει σε έναν ενιαίο μύθο τις παραδόσεις όλων των λαών. Για τις πρωτοβουλίες αυτές, το 1929, η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε αργυρό μετάλλιο για τη γενναία προσπάθεια αναβίωσης των δελφικών αγώνων. Από το φιλόδοξο αυτό σχέδιο το μόνο που πραγματοποιήθηκε τελικά ήταν οι Δελφικές Εορτές, αλλά και αυτές οδήγησαν σε οικονομική καταστροφή και χωρισμό του ζεύγους, αφού η Εύα Πάλμερ εγκαταστάθηκε από τότε στην Αμερική και επέστρεψε μόνο μετά το θάνατο του ποιητή.

 

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Άγγελος Σικελιανός μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σικελιανός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πνευματική αντίσταση του λαού, με κορυφαία εκδήλωση το ποίημα και το λόγο που εκφώνησε στην κηδεία του Παλαμά το 1943.

 

Tο 1946 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ το 1949 ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νομπέλ. Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στην Αθήνα το 1951 και τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

 

Ἔργο

Ποιήματα

 

Ὁ ποιητὴς ἐξέδωσε ὁ ἴδιος τὰ ἔργα του σὲ τρεῖς τόμους μὲ τὸν τίτλο Λυρικὸς Βίος (1946 Α καὶ Β, 1947 Γ), ἀφήνοντας ἔξω κάποια ἔργα ποὺ δὲν θεώρησε ἀπαραίτητο νὰ συμπεριλάβει.

 

Τὸ 1965 ἄρχισε ἡ ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων» του μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Γ. Π. Σαββίδη. Ἐκδόθηκαν πέντε τόμοι μὲ τὸ ἔργο ποὺ εἶχε δημοσιεύσει ὁ ποιητής (1965-1968) καὶ ἕκτος τόμος (1969) μὲ ὅσα ποιήματα εἶχε ἀφήσει ἐκτὸς τοῦ Λυρικοῦ Βίου.

Πεζὰ κείμενα

 

Συγκεντρωτικὴ ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων»:

 

Πεζὸς Λόγος Α (1978)

Πεζὸς Λόγος Β (1980)

Πεζὸς Λόγος Γ (1981)

Πεζὸς Λόγος Δ (1983)

Πεζὸς Λόγος Ε (1985)

 

Τραγῳδίες

 

Ὁ Διθύραμβος τοῦ Ρόδου (1932)

Σίβυλλα (1940)

Ὁ Δαίδαλος στὴν Κρήτη (1942)

Ὁ Χριστὸς στὴ Ρώμη (1946)

Ὁ Θάνατος τοῦ Διγενῆ (1947)

Ἀσκληπιὸς (ἡμιτελής)

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (2 Σεπτεμβρίου 1901 - 3 Αυγούστου 1975) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής. Γεννημένος στη Μπραΐλα της Ρουμανίας, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1902 και αργότερα παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο King's College του Λονδίνου. Την περίοδο 1926-31 έζησε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τον κύκλο των υπερρεαλιστών και ασχολήθηκε ενεργά με την ψυχανάλυση, κοντά στον ιδρυτή της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού, Ρενέ Λαφόργκ. Το 1931 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας την πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα το 1935.

 

Ως λογοτέχνης ανήκει στη Γενιά του '30 και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ο Εμπειρίκος υπήρξε εισηγητής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, καθώς και ο πρώτος που άσκησε την ψυχανάλυση στον ελληνικό χώρο, ασκώντας την ψυχαναλυτική πρακτική κατά την περίοδο 1935-51. Χαρακτηρίζεται ως ένας από τους κατεξοχήν «οραματιστές ποιητές»[1], κατέχοντας περίοπτη θέση στον ελληνικό λογοτεχνικό κανόνα, παρά τη δυσπιστία με την οποία αντιμετωπίστηκε αρχικά το έργο του[2]. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζει η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Υψικάμινος, ως το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό κείμενο στην Ελλάδα, ενώ ανάμεσα στα πεζά έργα του διακρίνεται το τολμηρό ερωτογράφημα Ο Μέγας Ανατολικός, που προκάλεσε αντιδράσεις για την ελευθεροστομία και το ερωτικό περιεχόμενό του. Σημαντικό τμήμα του έργου του εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

 

 

Βιογραφία

 

Ο Εμπειρίκος γεννήθηκε στην Μπραΐλα της Ρουμανίας το 1901. Η οικογένεια απέκτησε τρία ακόμη αγόρια, το Μαρή, τον Δημοσθένη που πέθανε νέος και τον Κίμωνα. Ο πατέρας του Λεωνίδας Α. Εμπειρίκος ήταν εφοπλιστής, γόνος παλαιάς οικογένειας ναυτικών με καταγωγή από την Άνδρο. Μαζί με τους αδελφούς του Μιχάλη και Μαρή Εμπειρίκο, ίδρυσε την Εθνική Ατμοπλοΐα Ελλάδος (1939-1935), καθώς και αρκετές ακόμα εταιρείες. Την περίοδο 1917-1918 υπήρξε επίσης βουλευτής της κυβέρνησης Βενιζέλου και υπουργός Επισιτισμού. Η μητέρα του Ανδρέα Εμπειρίκου, Στεφανία, ήταν κόρη του Λεωνίδα Κυδωνιέως από την Άνδρο και της Ρωσίδας Σολωμονίς Κοβαλένκο, από το Κίεβο. Το 1902 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου και έξι χρόνια αργότερα στην Αθήνα. Την περίοδο 1912-1917 φοίτησε στο γυμνάσιο της Σχολής Μακρή και στη συνέχεια υπηρέτησε τη θητεία του στο ναυτικό. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας αλλά σύντομα διέκοψε τις σπουδές του και μετακόμισε στη Λωζάνη, όπου είχε εγκατασταθεί η μητέρα του μετά τον χωρισμό της από τον πατέρα του. Εκεί παρακολούθησε οικονομικά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Ο Οδυσσέας Ελύτης αναφέρει για τα πρώιμα ποιητικά του έργα πως "η συναισθηματική του εκτόνωση σε στίχους είχε αρχίσει τόσο πρόωρα που σε ηλικία είκοσι χρονών να διαθέτει ήδη στο ενεργητικό του ένα πλήθος ποιήματα γραμμένα πάνω στ' αχνάρια των ποιητών που κάθε φορά τον γοήτευαν περισσότερο, κατ' εξοχήν του Κωστή Παλαμά"[3].

 

Την περίοδο 1921-1925 εργάστηκε στην οικογενειακή ναυτιλιακή εταιρεία Byron Steamship Co. Ltd. του Λονδίνου όπου παράλληλα σπούδασε φιλοσοφία και αγγλική φιλολογία. Το 1926 ύστερα από διάσταση με τον πατέρα του ταξίδεψε στο Παρίσι όπου αποφάσισε να ασχοληθεί με την ψυχανάλυση. Κοντά στον Ρενέ Λαφόργκ, ο οποίος υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος πρόεδρος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων, έκανε προσωπική και διδακτική ανάλυση. Συνδέθηκε με αρκετούς Γάλλους ψυχαναλυτές μεταξύ αυτών και ο Φρουά Γουιτμάν, ο οποίος είχε ενδιαφέρον για την μοντέρνα ποίηση και περίπου το 1929, έφερε σε επαφή τον Εμπειρίκο με την ομάδα των υπερρεαλιστών. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1931 και εργάστηκε στα ναυπηγεία του πατέρα του από όπου παραιτήθηκε μετά από λίγο καιρό, έχοντας αποφασίσει να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση. Στις 25 Ιανουαρίου του 1935 έδωσε μία ιστορικά σημαντική διάλεξη «Περί συρρεαλισμού» στη Λέσχη Καλλιτεχνών. Για τον αντίκτυπο της ο Ελύτης έγραψε: "Έγινε η διάλεξη μπροστά σε μερικούς βλοσυρούς αστούς που άκουγαν, φανερά ενοχλημένοι, ότι εκτός από τον Κονδύλη και τον Τσαλδάρη υπήρχαν και άλλοι ενδιαφέροντες άνθρωποι στον κόσμο, που τους έλεγαν Φρόυντ ή Μπρετόν"[4]. Το Μάρτιο του ίδιου έτους εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Υψικάμινος, η οποία περιείχε 63 πεζόμορφα ποιήματα. Τυπώθηκε στις εκδόσεις «Κασταλία» σε 200 αριθμημένα αντίτυπα και ήταν το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό ποιητικό έργο στην Ελλάδα. Γνωρίστηκε επίσης με τον Οδυσσέα Ελύτη και μαζί του επισκέφτηκε το σπίτι του ζωγράφου Θεόφιλου στη Μυτιλήνη. Πραγματοποίησε ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη με τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ και από το έτος αυτό άρχισε να ασκεί την ψυχανάλυση ως επάγγελμα.

 

Στο διάστημα 5-29 Μαρτίου του 1936 οργάνωσε στο σπίτι του την «Επίδειξη σουρρεαλιστικών έργων», η οποία περιλάμβανε έργα των Μαξ Ερνστ, Όσκαρ Ντομίνγκεζ και άλλων ζωγράφων, σπάνια βιβλία, πρώτες εκδόσεις υπερρεαλιστών, τα μανιφέστα του κινήματος και φωτογραφικό υλικό. Το 1938 μετέφρασε κείμενα του Αντρέ Μπρετόν στο τεύχος Υπερ(ρ)εαλισμός Α', ενώ ποιήματα από τη συλλογή του Ενδοχώρα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Νέα Γράμματα. Παράλληλα, έως και το 1939, πραγματοποιούσε τακτικά ταξίδια στη Γαλλία, προκειμένου να διατηρεί τις επαφές του με τους Γάλλους υπερρεαλιστές. Το 1940 παντρεύτηκε την ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου με την οποία χώρισε το 1944. Σε ολόκληρο το διάστημα της κατοχής, ο Εμπειρίκος οργάνωνε στο σπίτι του συγκεντρώσεις φίλων λογοτεχνών, όπου διαβάζονταν αποσπάσματα των έργων τους καθώς και άλλων νέων συγγραφέων. Αρχικά οι συναντήσεις αυτές αφορούσαν λίγους στενούς φίλους του Εμπειρίκου, ωστόσο σύντομα διευρύνθηκαν και έφθασαν να περιλαμβάνουν έναν ευρύ κύκλο καλλιτεχνών, με συμμετοχή ποιητών όπως ο Νίκος Γκάτσος, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Νάνος Βαλαωρίτης και άλλοι. Το 1944 έγραψε τον πρόλογο στην ελληνική έκδοση του βιβλίου της Μαρίας Βοναπάρτη: Η λανθάνουσα νεκροφιλία στο έργο του Έδγαρ Πόε και ολοκλήρωσε τη συγγραφή της νουβέλας Αργώ ή Πλους αεροστάτου. Κατά τα Δεκεμβριανά, στις 31 Δεκεμβρίου, συνελήφθη από την ΟΠΛΑ, πέρασε από ανάκριση και οδηγήθηκε μαζί με άλλους ομήρους, που σχημάτιζαν φάλαγγα, στο χωριό Κρώρα. Κοντά στη Θήβα ο Eμπειρίκος διέφυγε και επέστρεψε στην Αθήνα εξαντλημένος.

 

Το 1945 άρχισε να γράφει το τολμηρό μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός ενώ παράλληλα ολοκλήρωσε τα κείμενα Ζεμφύρα ή Το μυστικό της Πασιφάης και Βεατρίκη ή Ένας έρωτας του Buffalo Bill. Δημοσίευσε επίσης ένα κείμενο για τον Νίκο Εγγονόπουλο στο περιοδικό Τετράδιο με τίτλο «Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου», ενώ τυπώθηκε και η Ενδοχώρα, από τις εκδόσεις του περιοδικού Τετράδιο. Παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1947 με την Βιβίκα Ζήση και το 1948 συμμετείχε στην πρώτη ελληνική ψυχαναλυτική ομάδα με τους Γιώργο Ζαβιτζιάνο και Δημήτρη Κουρέτα. Την ίδια χρονιά πέθανε ο πατέρας του στη Γενεύη. Τον επόμενο χρόνο παρακολούθησε στη Ζυρίχη το Διεθνές Ψυχαναλυτικό Συνέδριο και το 1950 εκλέχτηκε μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρίας Παρισίων. Ακολούθησε η δημοσίευση του δοκιμίου του Μια Περίπτωσις Ιδεοψυχαναγκαστικής Νευρώσεως με Πρόωρες Εκσπερματώσεις στη Revue Francaise de Psychanalyse καθώς και τριών μεταφράσεων ομιλιών για την ψυχανάλυση, της Μαρίας Βοναπάρτη. Τον επόμενο χρόνο ολοκλήρωσε στην Άνδρο το μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός, το οποίο αποτελούνταν από 1700 χειρόγραφες σελίδες στην πρώτη μορφή του. Συνίχισε να το συμπληρώνει και να του προσθέτει νέα κεφάλαια ως το τέλος της ζωής του. Παρακολούθησε στο Άμστερνταμ το νέο Διεθνές Ψυχαναλυτικό Συνέδριο και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι ενώ αποφάσισε να διακόψει την ψυχαναλυτική πρακτική.

 

Το 1955 παρουσίασε έκθεση φωτογραφιών του στην αίθουσα «Ιλισσός» και έγραψε τα περισσότερα ποιήματα των συλλογών Οκτάνα και Aι Γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες (1959-1965). Ακολούθησαν οι εκδόσεις των Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία («Δίφρος», 1960) και η Υψικάμινος και η Ενδοχώρα σ’ ένα τόμο με γενικό τίτλο: Ποιήματα («Γαλαξίας», 1962). Το 1962 μαζί με τον Ελύτη και τον Γιώργο Θεοτοκά ταξίδεψαν στην Σοβιετική Ένωση ύστερα από πρόσκληση του Συνδέσμου «Ε.Σ.Σ.Δ. – Ελλάς», προκειμένου να έρθουν σε επαφή με τους πνευματικούς ανθρώπους της Σοβιετικής Ένωσης και να αποκτήσουν εικόνα για τα δρώμενα της χώρας. Ο Εμπειρίκος κατέγραψε τις εμπειρίες του σε ημερολόγιο ενώ μετά το ταξίδι αυτό έγραψε το ποίημα Ες Ες Eς Ερ Ρωσσία. Το 1963 πραγματοποίησε μια ομιλία αφιερωμένη στο Νίκο Εγγονόπουλο, στην αίθουσα του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ινστιτούτου, με την ευκαιρία της ατομικής έκθεσης του ζωγράφου. Το 1964 άρχισε να δημοσιεύεται σε συνέχειες η Αργώ ή Πλους αεροστάτου στο περιοδικό Πάλι και σε μετάφραση του Michel Saunier στο περιοδικό Mercure de France. Από την εταιρία Διόνυσος κυκλοφόρησε στη σειρά «Ελληνικά ποιήματα» ο δίσκος Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο, με απαγγελίες του ίδιου ποιημάτων από την Υψικάμινο, την Ενδοχώρα και την Οκτάνα. Τον επόμενο χρόνο ολοκλήρωσε το μακροσκελές επικό ποίημα Η άσπρη φάλαινα (παραλλαγαί στο μέγα θέμα του Moby-Dick του Herman Melville), απόσπασμα του οποίου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Συντέλεια (1991). Το 1966 κυκλοφόρησαν σε αγγλική έκδοση τα Γραπτά με τίτλο Amour Amour, σε μετάφραση Nίκου Στάγκου και Alan Ross καθώς και σκίτσα του Μ. Αργυράκη. Ξεκίνησε ακόμα τη συγγραφή του Άρμαλα ή Εισαγωγή σε μία πόλι, κείμενο που θα αποτελούσε την εισαγωγή ενός νέου μυθιστορήματος, το οποίο όμως δεν ολοκληρώθηκε.

 

Στις 26 Ιανουαρίου 1971 έδωσε διάλεξη στο Κολέγιο Αθηνών για την μοντέρνα ποίηση και το 1973 μίλησε για το έργο του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Την χρονιά αυτή σημειώθηκε και ο θάνατος της μητέρας του. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος πέθανε στην Κηφισιά στις 3 Αυγούστου 1975, σε ηλικία 74 ετών, από καρκίνο του πνεύμονα. Μετά το θάνατό του, εκδόθηκε για πρώτη φορά το μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός (1990-1992) σε οκτώ τόμους. Το 2001, με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου με τον εορτασμό του Έτους Εμπειρίκου, με σκοπό την επανεξέταση και προβολή του έργου του.

Εργογραφία

Ποίηση

 

Υψικάμινος, 1935, εκδ. Άγρα

Ενδοχώρα, 1935, εκδ. Άγρα

Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, 1960, εκδ. Άγρα

Οκτάνα, 1980, εκδ. Ίκαρος

Aι Γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες, 1984, εκδ. Άγρα

Ες Ες Eς Ερ Ρωσσία, 1995, εκδ. Άγρα

Πεζά

Αργώ ή Πλους αεροστάτου, 1980, εκδ. Ύψιλον

Ο Μέγας Ανατολικός, 1990-1992, εκδ. Άγρα

Ζεμφύρα ή Το μυστικό της Πασιφάης, 1998, εκδ. Άγρα

Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου, Διάλεξη για τον Νίκο Εγγονόπουλο, 1999, εκδ. Άγρα

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

Ανδρέας Κάλβος (1792 – 1869)

Ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και ήταν ο πρωτότοκος γιος του κερκυραίου Ιωάννη Κάλβου και της Αδριανής Ρουκάνη, που καταγόταν από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια της Ζακύνθου. Το 1801 μετά τη διάλυση του γάμου των γονιών του ο πατέρας του έφυγε για την Ιταλία, εγκαταστάθηκε στο Λιβόρνο και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Ο ποιητής αναχώρησε το 1802 με το μικρότερο αδερφό του Νικόλαο, για να ζήσουν μαζί του. Η αναγκαστική αυτή μετανάστευση επέδρασε αρνητικά στην ψυχοσύνθεση του δεκάχρονου Ανδρέα και η νοσταλγία του για την μητέρα του και την πατρίδα τον ακολούθησαν σε ολόκληρη τη ζωή του. Το 1805 η μητέρα του χώρισε και επίσημα από τον πατέρα του και παντρεύτηκε στη Ζάκυνθο τον Κωνσταντίνο Καλέκα (από τότε τα παιδιά έχασαν κάθε επαφή με την μητέρα τους).

 

Ο Κάλβος έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Ζάκυνθο (σύμφωνα με ανεξακρίβωτη πληροφορία το 1800 ήταν μαθητής του Αντωνίου Μαρτελάου) και συνέχισε τις σπουδές του στην ελληνική παροικία στο Λιβόρνο. Η ζωή του Κάλβου εκεί δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Τα προβλήματα προσαρμογής ήταν πολλά και σε αυτά προστέθηκε η συχνή απουσία του πατέρα του λόγω των εμπορικών δραστηριοτήτων του. Εκεί έγραψε στα ιταλικά το Άσμα στο Ναπολέοντα (1811) το οποίο αποκήρυξε αργότερα και έχει χαθεί εκτός απ’ τον πρόλογό του.

 

Το 1812 ο Κάλβος πήγε στη Φλωρεντία, όπου γνωρίστηκε με τον Ugo Foscolo, ο οποίος τον προσέλαβε ως αντιγραφέα του και παιδαγωγό του προστατευόμενου ανηψιού του, Στέφανου Βούλτσου. Η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο αντρών θα διαρκέσει χρόνια και θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία του Κάλβου. Ακολούθησε συγκατοίκησή του με το Foscolo και μικρό διάστημα παραμονής των δυο φίλων στην Ελβετία. Την περίοδο εκείνη έγραψε τρεις τραγωδίες στα ιταλικά: τον Θηραμένη (1812-13), μια αγνώστου τίτλου (1812-13) και τις Δαναΐδες (1815). Το 1816 ακολούθησε τον Foscolo στην Αγγλία και πήρε μέρος στην προσπάθεια του τελευταίου για έκδοση έργων κλασικών συγγραφέων. Εκεί μετέφρασε στα νέα ελληνικά το Βιβλίο κοινών προσευχών της Αγγλικανικής Εκκλησίας και ποιήματα (1819-1820). Ακολούθησε ρήξη στις σχέσεις του με το Foscolo. Έτσι του δόθηκε η ευκαιρία να αποδεσμευτεί από την επιρροή του και να χαράξει τον δικό του ποιητικό δρόμο.

 

Το 1819 παντρεύτηκε την αγγλίδα Maria Teresa Josephine Thomas, η οποία όμως πέθανε τον ίδιο χρόνο κατά τη διάρκεια της γέννας του παιδιού τους. Την περίοδο αυτή (1818-1819) ο Κάλβος έδωσε διαλέξεις στο πνευματικό κέντρο Argyll Rooms του Λονδίνου με θέμα την ελληνική γλώσσα. Μετά το θάνατο της γυναίκας του συνδέθηκε με την παλιά του συμμαθήτρια Susan F. Ridout, σχέση που δεν ευδοκίμησε. Την περίοδο εκείνη είχε επανασυνδεθεί μέσω των μεταφράσεων και κάποιων διαλέξεων με την ελληνική γλώσσα, είχε ωστόσο ιταλική συνείδηση και είχε ως πρότυπο τον Alfieri. Το φθινόπωρο του 1820 μετά από σύντομη παραμονή στο Παρίσι επέστρεψε στη Φλωρεντία και εντάχθηκε στο κίνημα των Καρμπονάρων. Ως την άνοιξη του 1821 συνέχισε να γράφει στα ιταλικά και συνέθεσε δύο τραγωδίες ακόμα. Την ίδια χρονιά συνελήφθη από την αστυνομία και απελάθηκε στη Γενεύη. Πληροφορίες αναφέρουν πως την περίοδο εκείνη έγραφε ένα ποίημα για την ελληνική εξέγερση στη Μολδαβία.

 

Στη Γενεύη έμεινε από το 1821 ως το 1824 και έγραψε τις δέκα πρώτες Ωδές, τις οποίες τύπωσε το 1824 με τον τίτλο Λύρα. Το 1825 ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου πήρε μπήκε στους φιλελληνικούς κύκλους και συνδέθηκε με έλληνες λογίους. Εκεί πραγματοποιήθηκε η έκδοση της νέας σειράς των Ωδών το 1826, με γαλλική μετάφραση του φίλοι του ποιητή και φιλέλληνα Panthier de Censay μαζί με τα Λυρικά του Αθανάσιου Χριστόπουλου. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1826, έμεινε για λίγο στο Ναύπλιο, όπου απογοητεύτηκε από τις διαφωνίες και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων και κατόπιν πήγε στην Κέρκυρα, όπου ανέλαβε την καθηγεσία στην Ιόνιο Ακαδημία και ανακηρύχτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας. Παραιτήθηκε τον ίδιο χρόνο λόγω αντιδράσεων των πανεπιστημιακών κύκλων και ασχολήθηκε με ιδιαίτερα μαθήματα, συγγραφή φιλοσοφικών συγγραμμάτων και μεταφράσεις, κυρίως φιλοσοφικών πραγματειών. Στην Ακαδημία επαναδιορίστηκε το 1836 ως καθηγητής της Ιδεολογίας.

 

Η διδασκαλία του στα ελληνικά προκάλεσε αντιδράσεις και εχθρικό κλίμα. Την περίοδο 1840-1841 επανήλθε στη διδασκαλία της Φιλοσοφίας και το Γενάρη του 1841 έγινε διευθυντής στο Κερκυραϊκό Λύκειο, θέση από την οποία παραιτήθηκε το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου. Την εποχή εκείνη στην Κέρκυρα βρισκόταν και ο Σολωμός, με τον οποίο όμως δεν δημιούργησε κανένα απολύτως δεσμό. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Μετάξης Κερκύρας (1845) και της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας (1848). Με την ποίηση δεν ασχολήθηκε ξανά ως το θάνατό του. Το 1852 εγκατέλειψε την Κέρκυρα για την Αγγλία με τη μέλλουσα δεύτερη γυναίκα του Charlotte Augusta Wadams (με την οποία γνώριστηκε κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στην Κέρκυρα και την παντρεύτηκε το 1853 στο Λονδίνο). Στην Αγγλία η Charlotte εργάστηκε σε σχολεία του Essex και του Λονδίνου και το 1865 ανέλαβε τη διεύθυνση οικοτροφείου θηλέων στο Louth, όπου δίδαξε και ο Κάλβος ξένες γλώσσες και μαθηματικά. Εκεί πέθανε το 1869 σε ηλικία 77 χρονών από πνευμονία. Η ταφή του έγινε σε αγγλικό νεκροταφείο. Με ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης το 1960 τα οστά του ποιητή και της γυναίκας του μεταφέρθηκαν και κηδεύτηκαν στην πατρίδα του, τη Ζάκυνθο.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ

Ο Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901) ήταν αξιόλογος σατιρικός ποιητής και πεζογράφος από την Κεφαλλονιά. Αφορίστηκε από την Εκκλησία εξ' αιτίας των σατιρικών βελών κατά του επίσημου κλήρου.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος γεννήθηκε το 1811 στο Ληξούρι, σε μία περίοδο που τα Επτάνησα περνούσαν από την Γαλλική στην Αγγλική προστασία. Από τη φύση του ήταν πνεύμα ιδιαίτερα ανήσυχο, έξυπνος και ετοιμόλογος. Υπήρξε έντονα σατυρικός και σταθερός στις απόψεις του, παραδίδοντας έργα που έρχονται σε σύγκρουση με τις αντιλήψεις της εποχής του. Το γεγονός ότι δε δίσταζε να εκφράζει ελεύθερα και ανεπηρέαστα τις απόψεις του στηλιτεύοντας την υποκρισία, αποτέλεσε την κύρια αιτία για τη φυλάκιση, τους διωγμούς και τους αφορισμούς που γνώρισε κυρίως από την εκκλησία. Έζησε ολόκληρη τη διαδικασία της ένωσης με την Ελλάδα και μάλιστα αγωνίστηκε σκληρά ενάντια στα πιστεύω των ριζοσπαστών για άνευ όρων παράδοση των ιονίων νήσων στην Ελλάδα. Διέμεινε κατά τη διάρκεια των διωγμών του ανά περιόδους στην Κέρκυρα, τη Ζάκυνθο, το Λονδίνο, ενώ τα τελευταία χρόνια βρέθηκε στο Αργοστόλι. Ως γόνος πλούσιας οικογένειας γαιοκτημόνων σπούδασε νομικά στο Παρίσι, όμως το επάγγελμα του νομικού το εξάσκησε μόνο όταν είχε οικονομική ανάγκη. Υπήρξε και μαθητής του Ανδρέα Κάλβου, ενώ γνώρισε και τον Διονύσιο Σολομό, κάτι που ασφαλώς επηρέασε την μετέπειτα πορεία του. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, την ποίηση, ενώ είναι πιο γνωστός ως λιβελογράφος. Ήταν παντρεμένος με την Πηνελόπη Κοργιαλένειου, από γνωστή και εύπορη οικογένεια του νησιού, με την οποία απέκτησε δύο γιους και εφτά κόρες. Εξέδωσε αρκετές σατυρικές εφημερίδες όπως ο "λύχνος", καυτηριάζοντας αδιακρίτως την ανηθικότητα, την αδικία, την υποκρισία. Πολλές φορές φέρθηκε εναντίων των πολιτικών και της ανικανότητάς του, ενώ πολέμησε σκληρά έναντι των θρησκευτικών προλήψεων και δοξασιών, κυρίως δε κατά της αυθαιρεσίας της θρησκευτικής αρχής.

Πέθανε στο Αργοστόλι όπου διέμενε μετά από τους διωγμούς που υπέστη, το 1902, αλλά το έργο του παραμένει διαχρονικό έως σήμερα. Όσοι το έχουν μελετήσει του αντιλαμβάνονται ότι ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπε ιδιαίτερα μπροστά για την εποχή του και σήμερα όσα αυτός είχε προβλέψει και επιθυμούσε να αλλάξει έχουν επαληθευτεί.

 

ποιηματα

Τὸ Ληξούρι

Ἡ ἄνοιξη

Συχαριάσματα εἰς γενέθλια γαϊδάρου

Σοβαρὰ κάποια

Γιατί τὰ τάλαρα τὰ λένε τάλαρα

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879) ήταν επικός ποιητής του αρματολισμού και ένας από τους πιο διακεκριμένους Επτανήσιους ποιητές του 19ου αιώνα.

Γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1824, από πατέρα ηπειρωτικής καταγωγής. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Λευκάδα και στην Κέρκυρα. Ύστερα πήγε στη Γαλλία και στην Ιταλία και σπούδασε νομικά. Το επάγγελμα του δικηγόρου δεν το εξάσκησε ποτέ. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην ποίηση. Ήταν πλούσιος κι έμενε στο γραφικό νησάκι Μαδουρή.

Σε ηλικία 25 ετών παντρεύτηκε την κόρη του λογίου της Βενετίας Αιμιλίου Τυπάλδου την Ελοΐζα, την οποία υπεραγαπούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Μελέτησε πολύ τη γνήσια γλώσσα του λαού και την έκανε όργανο, για να εκφράσει τις ιδέες του. Χρησιμοποιώντας επικολυρικό στίχο, ο Βαλαωρίτης έγραψε για τους άθλους των αγωνιστών του '21. Τα ποιήματά του αγαπήθηκαν στην εποχή τους, αλλά εξακολουθούν να εκτιμώνται ακόμη και σήμερα. Απέκτησε τον τίτλο του εθνικού ποιητή, ως ο πρώτος που έσκυψε «στις εγχώριες πηγές με την απόφαση να κάνει ελληνική ποίηση».

Παράλληλα με την ποίηση επιδόθηκε και στην πολιτική. Ως βουλευτής της «Ιονίου Πολιτείας» επτά ολόκληρα χρόνια αγωνίστηκε για τα δίκαια των επτά νησιών. Μετά την ένωση των Επτανήσων, έδρασε ως βουλευτής στην Αθήνα. Οι αγορεύσεις του είχαν ποιητικό χαρακτήρα και η ρητορική του δεινότητα έμεινε αλησμόνητη. Τέλος αποτραβήχτηκε από την πολιτική, για να δοθεί ολοκληρωτικά στην υπόθεση της απελευθέρωσης της Ηπείρου.

Έγραψε πολλά ποιήματα στα οποία διακρίνει κανείς μια πατριωτική ρωμαλεότητα, έναν ασυγκράτητο πατριωτισμό και μια αχαλίνωτη φαντασία. Από τα έργα του, που γνώρισαν επανειλημμένες εκδόσεις από τη βιβλιοθήκη Μαρασλή, σπουδαιότερα είναι τα εξής: Στιχουργήματα, Μνημόσυνα, Κυρά Φροσύνη, Θανάσης Διάκος, Φωτεινός, Αστραπόγιαννος κλπ.

Πέθανε στη Λευκάδα το 1879 από καρδιακή πάθηση. Γιος του ήταν ο Ιωάννης Α. Βαλαωρίτης.

 

Εργογραφία

 

Ποιήματα

 

Η Κυρά Φροσύνη (1859)

Αθανάσιος Διάκος (1867)

Θανάσης Βάγιας (1867)

Αστραπόγιαννος (1867)

Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε (1872)

Ο Φωτεινός (ημιτελές)

 

Συλλογές

 

Στιχουργήματα (1847)

Μνημόσυνα (1857)

 

Διάφορα

 

Ποιήματα (δίτομο) (1891)

Εργα (1893)

Βίος και έργα (τρίτομο) (1907)

Ποιήματα ανέκδοτα (1937)

Τα άπαντα (δίτομο) (1968)

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

Γεώργιος Δροσίνης (1859 – 1951)

 

Ο ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1859, σ' ένα αρχοντικό της Πλάκας. Καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου. Χάρη στη φιλομάθειά του, αλλά και στις οικονομικές δυνατότητες που είχαν οι γονείς του, σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια Ιστορίας της Τέχνης στη Λειψία, στη Δρέσδη και στο Βερολίνο.

 

Από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Εστία, που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά Εθνική Αγωγή και Μελέτη, καθώς και το ετήσιο Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος. Το 1899 μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν το Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, που εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες. Το 1901 ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο. Συνέβαλε, επίσης, στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών, της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας.

 

Από το 1914 ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη σύνταξη του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας και στην εφαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος του Ελευθέριου Βενιζέλου. Το 1924, υπό τη διεύθυνσή του, οργανώθηκε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών. Έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926, διατέλεσε ο πρώτος Γραμματέας των Δημοσιευμάτων του Ιδρύματος (1926-1928) και τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών.

 

Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στα περιοδικά Ραμπαγάς και Μη Χάνεσαι. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο Ιστοί Αράχνης, η σταδιοδρομία του, όμως, ως νέου ποιητή άρχισε το 1884 με τη συλλογή Ειδύλλια.

 

Ποιητής της νέας αθηναϊκής σχολής -όπως και ο Κωστής Παλαμάς, με τον οποίο υπήρξε στενός φίλος- χρησιμοποίησε τη δημοτική γλώσσα από τις πρώτες του δημιουργίες και άντλησε στοιχεία από τα δημοτικά τραγούδια και τη λαϊκή παράδοση. Ως πεζογράφος, χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, για να στραφεί κι εκεί αργότερα στη δημοτική, με το διήγημά του Το βοτάνι της αγάπης (1901).

 

Πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1951, στην Κηφισιά.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε το 1909 στη Μονεμβασιά, το τελευταίο παιδί μιας πλούσιας οικογένειας γαιοκτημόνων. Η πρώτη παιδική ηλικία ήταν και η μόνη ευτυχισμένη περίοδος της οικογενειακής ζωής του. Σύντομα η οικογένεια επρόκειτο να καταστραφεί οικονομικά. Μαζί με την ανέχεια ήρθαν μεγαλύτερες δοκιμασίες. Ο θάνατος του αδελφού του Μίμη, δοκίμου αξιωματικού του Ναυτικού από φυματίωση το 1921 και μερικούς μήνες αργότερα, ο θάνατος της μητέρας από την ίδια αρρώστια. Ο πατέρας τρελαίνεται. Θα τελειώσει τη ζωή του, το 1938, στο Δαφνί. Στο ίδιο ίδρυμα θα οδηγηθεί το 1936 η αδελφή του ποιητή Λούλα, ο πιστός σύντροφος των παιδικών του χρόνων.

 

Μαζί με τη Λούλα ο ποιητής περνά τα γυμνασιακά του χρόνια στο Γύθειο. Το 1925 φτάνουν στην Αθήνα για σπουδές. Γρήγορα όμως ο Ρίτσος θα προσβληθεί κι αυτός από φυματίωση. Ως το 1940 περίπου, η ζωή του θα περνά ανάμεσα σε σανατόρια και στα διαλείμματα, στην Αθήνα, όπου είναι υποχρεωμένος να εργάζεται σκληρά και κάποτε με εξευτελιστικούς όρους για να επιζήσει.

 

Στο πείσμα αυτής της κακιάς μοίρας και του ίδιου του θανάτου που τον απειλεί συνεχώς, ο Ρίτσος, που από τα παιδικά του χρόνια αισθάνεται ποιητής, γράφει ασταμάτητα. Στην ποίηση βρήκε το μοναδικό καταφύγιο. Στην ποίηση και, από το 1929, στο σοσιαλιστικό ιδανικό το οποίο ενστερνίστηκε στο σανατόριο της Σωτηρίας – εκεί νοσηλεύονταν πολλοί αγωνιστές. Η πίστη σ’ αυτό το μελλοντικό όραμα θα εμπνέει και την ποίησή του.

 

Από το 1930 ως το 1934 γράφει τις συλλογές Τρακτέρ (έκδ. 1934) και Πυραμίδες (έκδ. 1935). Το 1936, με αφορμή την αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη, γράφει τον Επιτάφιο. Η δικτατορία του Μεταξά συμπεριλαμβάνει τον Επιτάφιο στα ανατρεπτικά βιβλία που κάηκαν στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

 

Στο διάστημα αυτό, έως τον πόλεμο, ο Ρίτσος εργάζεται ως ηθοποιός και χορευτής σε διάφορα θέατρα και αργότερα στο Εθνικό και στη Λυρική. Στην Κατοχή εντάσσεται στον λογοτεχνικό τομέα του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Νέα υποτροπή της φυματίωσης τον καθηλώνει στο κρεβάτι όπου γράφει ασταμάτητα. (Τα περισσότερα έργα αυτής της περιόδου καταστράφηκαν αμέσως μετά τις συγκρούσεις του Δεκέμβρη 1944). Τον Δεκέμβριο του 1944 ακολουθεί τις αριστερές δυνάμεις που εγκαταλείπουν την Αθήνα. Φθάνει στην Κοζάνη όπου γράφει το θεατρικό Η Αθήνα στ’ άρματα που παίζεται αμέσως.

 

Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια εργάζεται ως διορθωτής και επιμελητής κειμένων στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη και συνεργάζεται με το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα.

 

Το 1948 εκτοπίζεται στο Κοντοπούλι της Λήμνου, αργότερα στη Μακρόνησο και στο τέλος στον Αϊ – Στράτη. Απελευθερώνεται τον Αύγουστο του 1952. Την περίοδο αυτή το έργο του είναι απαγορευμένο, ο ίδιος όμως συνεχίζει τη δημιουργική του δραστηριότητα.

 

Το 1954 παντρεύεται τη γιατρό Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου και το 1955 γεννιέται η κόρη του, Έρη. Το 1956 του απονέμεται το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη Σονάτα του σεληνόφωτος.

 

Αυτά τα χρόνια κι ως την καινούργια δικτατορία είναι τα μόνα ήρεμα. Ο ποιητής αφιερώνεται αποκλειστικά στο έργο του και σε ποιητικές μεταφράσεις χωρίς άλλους επαγγελματικούς περισπασμούς. Ωστόσο σ’ όλη τη ζωή του δε σταμάτησε ούτε μέρα να γράφει και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.

 

Με την επιβολή της δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967, συλλαμβάνεται και οδηγείται στον Ιππόδρομο. Στη συνέχεια εξορίζεται στη Γυάρο, ύστερα στο Παρθένι της Λέρου. Από τον Οκτώβριο του 1968 ως το τέλος του 1970 βρίσκεται σε «κατ’ οίκον περιορισμό» στο Καρλόβασι Σάμου. Το έργο του είναι πάλι υπό απαγόρευση.

 

Το 1971 επιστρέφει ελεύθερος στην Αθήνα. Έχει έρθει η ώρα της αναγνώρισης στην Ελλάδα και διεθνώς. Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1975). Το 1978 γίνεται επίσης διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μπέρμινχαμ στην Αγγλία, το 1984 του Πανεπιστημίου Καρλ Μαρξ της Λειψίας και το 1987 του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1977 τιμάται με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.

 

Ο Γιάννης Ρίτσος μας έχει δώσει ένα ογκωδέστατο έργο. Μετά τον Επιτάφιο (1936), ακολουθούν λυρικές συνθέσεις σε ελεύθερο στίχο όπως Το τραγούδι της αδελφής μου (1937), Εαρινή συμφωνία (1938), Το εμβατήριο του ωκεανού (1940). Μέσα στη Κατοχή γράφει τη Δοκιμασία, ενώ η εποποιία της Αντίστασης θα του εμπνεύσει τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών (1945-1947). Παράλληλα, η τραγωδία της Κατοχής και του Εμφύλιου καταγράφεται στη συλλογή Αγρύπνια (1944-1953) και στις Γειτονιές του κόσμου (1949-1951).

 

Στον τόμο Τέταρτη διάσταση (1956-1975) έχουν συγκεντρωθεί ποιητικοί μονόλογοι, όπως η Σονάτα του σεληνόφωτος, ο Ορέστης, ο Φιλοκτήτης, η Χρυσόθεμις, η Ελένη. Μέσα από το μύθο και την ιστορία όσο και από τις σύγχρονες κοινωνικές συγκρούσεις, ο ποιητής αναπτύσσει έναν ποιητικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Η Τέταρτη διάσταση μαζί με τις πολυάριθμες συλλογές μικρών ποιημάτων που γράφονται παράλληλα (Μαρτυρίες, Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα, Χειρονομίες και άλλα) είναι το απόσταγμα της ανθρώπινης και ποιητικής εμπειρίας του. Με τις οραματικές, δοξαστικές συνθέσεις που συγκεντρώνονται στους τόμους Γίγνεσθαι και Επινίκια, ο Ρίτσος ολοκληρώνει την ποιητική του κατάθεση.

 

Ως τώρα έχουν κυκλοφορήσει 100 ποιητικά βιβλία, 4 θεατρικά καθώς και 9 πεζά με το γενικό τίτλο Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων. Έχουν εκδοθεί επίσης 12 βιβλία με μεταφράσεις του και ένα βιβλίο με δοκίμια. Οι ξένες εκδόσεις του έργου του, που έχουν μεταφραστεί σε σαράντα διαφορετικές γλώσσες ανέρχονται σε 266.

 

Πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900 - 1971) Ο Γιώργος Σεφέρης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη) γεννήθηκε στη Σμύρνη, γιος του δικηγόρου και διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Παρισιού Στέλιου Σεφεριάδη και της Δέσπως το γένος Γιωργάκη Τενεκίδη. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια την Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου) και τον Άγγελο. Η πανεπιστημιακή καριέρα του πατέρα του υπήρξε λαμπρή και κατέληξε το 1933 στην αναγόρευσή του ως Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού. Μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το 1914 η οικογένεια Σεφεριάδη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην Αθήνα ο Σεφέρης τέλειωσε το Πρότυπο Κλασικό Γυμνάσιο. Από το 1918 ως το 1924 έζησε στο Παρίσι όπου σπούδασε νομικά και ήρθε σε επαφή με τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνική παραγωγή. Στο Παρίσι συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό Βωμός (με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης), έδωσε μια διάλεξη για τον Jan Moreas στο Σύλλογο Ελλήνων Σπουδαστών και άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και τα ελληνικά. Το καλοκαίρι του 1924 μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο έφυγε για το Λονδίνο, όπου έμεινε ως το χειμώνα του επόμενου χρόνου. Εκεί έγραψε το ποίημα Fog. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να γράφει το Ημερολόγιο, και το γνωστό ως Έξι νύχτες στην Ακρόπολη πεζογράφημα και πρωτοδιάβασε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Το 1926 πέθανε η μητέρα του και στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Σεφέρης διορίστηκε ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1928 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το έργο του Βαλερύ Μια νύχτα με τον κ.Τεστ στη Νέα Εστία. Τον ίδιο χρόνο έγραψε Το ύφος μιας μέρας και το Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη. Το 1931 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Στροφή, για την οποία ο Παλαμάς δημοσίευσε επιστολή στη Νέα Εστία. Διορίστηκε υποπρόξενος και στη συνέχεια πρόξενος στο Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, όπου παρέμεινε ως το 1934. Το 1932 δημοσίευσε τη Στέρνα και το 1935 το Μυθιστόρημα, και τα δύο σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1936 δημοσίευσε το βιβλίο Θ.Σ.Έλιοτ και διορίστηκε Πρόξενος στην Κορυτσά, όπου έμεινε ως το 1937, που ταξίδεψε στο Βουκουρέστι για το Συνέδριο Διαβαλκανικού Τύπου. Τότε πραγματοποιήθηκε και η πρώτη μετάφραση ποιήματός του στα γαλλικά από την Έλλη Λαμπρίδη. Το 1938 διορίστηκε προϊστάμενος της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου στην Αθήνα και ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Αντρέ Ζιντ στο σπίτι του Κ.Θ.Δημαρά και ταξίδεψε στη Ρουμανία με τον Τ.Παπατσώνη. Το 1940 εξέδωσε τα Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’, Ποιήματα 1 και Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937). Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε μανιφέστο κατά του Ιταλικού Φασισμού και το διάγγελμα του βασιλιά μαζί με το Νικολούδη. Το 1941 παντρεύτηκε τη Μαρώ Ζάννου, εξέδωσε το Χειρόγραφο Σεπτ. ‘41 και ταξίδεψε με την ελληνική κυβέρνηση στη Σούδα, την Αίγυπτο και τη Νότιο Αφρική. Το 1942 εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια η Λύρα του Κάλβου με πρόλογο του Σεφέρη. Ταξίδεψε στην Ιερουσαλήμ και μετατέθηκε στο Κάιρο (Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβέρνησης). Το 1943 έδωσε διαλέξεις για τον Παλαμά και το Μακρυγιάννη στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια και γνωρίστηκε με το Στρατή Τσίρκα. Το 1944 εκδόθηκαν οι Δοκιμές στο Κάιρο και το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’. Ταξίδεψε με την κυβέρνηση στην Ιταλία και τον Οκτώβρη επέστρεψε στην Ελλάδα. Το 1945 διετέλεσε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Το 1946 γνωρίστηκε με τον Eluard , εξέδωσε τον Ερωτόκριτο, την Κίχλη και διάβασε τη μελέτη του Καβάφης - Έλιοτ · Παράλληλοι στο Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας. Το 1947 τιμήθηκε με το έπαθλο Παλαμά και ένα χρόνο αργότερα παραιτήθηκε μαζί με πολλούς άλλους συγγραφείς από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τονίζοντας τη φθορά που είχε υποστεί ο θεσμός. Διορίστηκε σύμβουλος πρεσβείας στην Άγκυρα. Το 1949 εκδόθηκε η μετάφρασή του από ποιήματα του Έλιοτ με τίτλο Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα. Το 1950 πέθανε ο αδερφός του Άγγελος στην Αμερική. Τον ίδιο χρόνο ο Σεφέρης ταξίδεψε στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας του · διορίστηκε σύμβουλος στην πρεσβεία του Λονδίνου. Το 1952 μετατέθηκε στη Βηρυτό και το 1953 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Κύπρο μαζί με τη γυναίκα του (ακολούθησε δεύτερο ταξίδι τον επόμενο χρόνο και τρίτο το 1955). Το 1956 έγινε διευθυντής στην Β’ Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και το 1957 συμμετείχε στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Νέα Υόρκη. Τότε διορίστηκε πρεσβευτής στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε ως το 1962. Το 1960 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ των γραμμάτων από το πανεπιστήμιο του Cambridge, το 1961 τιμήθηκε με το βραβείο Foyle και το 1963 με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Ένα χρόνο αργότερα αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Οξφόρδης και ταξίδεψε στην Ισπανία. Το 1964 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το Άσμα ασμάτων και οι Αντιγραφές. Τότε γνωρίστηκε με τον Ezra Pound, ενώ ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκαν τα Τρία Κρυφά ποιήματα και εκδόθηκε η μετάφραση της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας του Παπαδόπουλου και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου. Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων. Πέθανε το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου. Είχε προηγουμένως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο δωδεκαδάκτυλο. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες κόσμου. Ο Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ηγετική μορφή στην ποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Με τη σκέψη και τη δημιουργία του ανανέωσε ριζικά τον προσανατολισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συνδυάζοντας βαθιά γνώση της παράδοσης και των παγκόσμιων ιδεολογικών ρευμάτων και προτάσσοντας το αίτημα της ελληνικότητας στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.

 

Ποιήματα

Ἄρνηση

Πρωί

Περιστατικὰ Γ´

Ἀφήγηση

Ἄνοιξη μ.Χ.

Φωτιὲς τοῦ Ἅϊ-Γιάννη

Ἔγκωμη

Ἐπιτύμβιο στὴ Γάτα μου τὴν Τούτη

Εὐριπίδης Ἀθηναῖος

Ἡ λυπημένη

Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου

Ὁ δαίμων τῆς πορνείας

Προμετωπίδα σὲ μιὰ ἀντιγραφὴ τῶν «Ὠδῶν»

Σχέδια γιὰ ἕνα καλοκαίρι. Τὰ ἄνθη τῆς πέτρας

Τριζόνια

Φυγή

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός

Ἡμερολόγια Καταστρώματος

Ὡραῖο φθινοπωρινὸ πρωί

Μέρες Γ´ 16 Ἀπρίλη 1934 - 14 Δεκέμβρη 1940

Piazza San Nicolo

Διάλειμμα χαρᾶς

Τὸ φύλλο τῆς λεύκας

Ἀλληλεγγύη

Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β´

Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β´

Ἁγιανάπα Α´

Ἐπικαλέω τοι τὴν θεόν

Ἁγιανάπα Β´

Μνήμη Α´

Ψυχαμοιβός

Τετράδιο Γυμνασμάτων

Γράμμα τοῦ Μαθιοῦ Πασχάλη

Παντούμ

Σιρόκο 7 Λεβάντε

Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Γ.Σ.

Νιζίνσκι

Ὁ κ. Στρατὴς Θαλασσινὸς περιγράφει ἕναν ἄνθρωπο

Επιφάνια 1937

Παρασκευή

Τὸ σῶμα

Ἑλένη

Ἐπὶ ἀσπαλάθων

Σαλαμῖνα τῆς Κύπρος

Ὁ Βασιλιᾶς τῆς Ἀσίνης

Τελευταῖος Σταθμός

Ἕνας γέροντας στὴν ἀκροποταμιά

Ἡ ἀπόφαση τῆς λησμονιᾶς

Ἡ τελευταία μέρα

Μιλοῦσες γιὰ πράγματα

Ἐρωτικὸς λόγος

Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος μιλᾶ

Θεατρίνοι Μ.Α.

Πάνω σ᾿ ἕναν ξένο στίχο

Λίγο ἀκόμα

Πάνω σὲ μιὰ χειμωνιάτικη ἀχτίνα

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾶ

Τὰ χέρια

Τὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα

Μποτίλια στὸ πέλαγο

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Διονύσιος Σολωμός: Ο εθνικός μας ποιητής γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 στη Ζάκυνθο, ως εξώγαμο τέκνο του κόντε Νικόλαου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη.

Σε πολύ μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και το 1808 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, με τη συνοδεία του ιταλού δασκάλου του Ρώσση. Επτά χρόνια αργότερα πήρε το απολυτήριο από το Λύκειο της Κρεμόνας και γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Πάβιας, απ' όπου πήρε το πτυχίο της Νομικής. Παράλληλα με τις σπουδές στη νομική, για την οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκε, άρχισε να γράφει στίχους στην ιταλική γλώσσα, ενώ ήρθε σε επαφή με διαπρεπείς φιλοσόφους, φιλολόγους και αξιόλογους εκπροσώπους της λογοτεχνικής κίνησης της εποχής.

Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε για δέκα χρόνια. Εκεί άρχισε να γράφει τα πρώτα του αξιόλογα στιχουργήματα στα ελληνικά. Το πρώτο εκτενές ελληνικό ποίημά του και πλέον γνωστό είναι ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», απόσπασμα του οποίου καθιερώθηκε ως Εθνικός μας Ύμνος. Λίγο αργότερα, συνέθεσε το λυρικό ποίημα «Εις τον θάνατο του Λορδ Μπάυρον» και ακολούθησαν «Η καταστροφή των Ψαρών», «Η Φαρμακωμένη», «Ο Λάμπρος», «Εις Μοναχήν», «Ο Κρητικός», «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», «Ο Πορφύρας».

Στα τέλη του 1828 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κέρκυρα, συνεχίζοντας την ενασχόλησή του με την ποίηση σχεδόν απομονωμένος. Δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα, γιατί, όπως υποστηρίζεται, «δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνημα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής».

Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849 παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, διότι «με την ποίηση του διέγειρε τα αισθήματα του λαού στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία».

Πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν αρχικώς σ' ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου.

 

http://www.sansimera.gr

 

Ἔργα

Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν

Εἰς Μᾶρκο Μπότσαρη

Ἡ καταστροφὴ τῶν Ψαρῶν

Εἰς τὸν θάνατον τοῦ Λόρδου Μπάϋρον

Ὁ θάνατος τοῦ βοσκοῦ

Ὁ θάνατος τῆς ὀρφανῆς

Ἡ Ἀγνώριστη

Ἡ Εὐρυκόμη

Ἡ φαρμακωμένη

Εἰς Μοναχήν

Ὁ Λάμπρος

Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι

Ὁ Κρητικός

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ῥοδόσταμο

Εἰς Φραγκίσκα Φράϊζερ

Ὁ Πόρφυρας

Ἡ Ξανθούλα

Ἡ ψυχούλα

Πρὸς Κύριον Γεώργιον Δὲ Ῥώσση

Ἀνθούλα

Πρωτομαγιά κ.ἄ.

ᾨδὴ στὴ σελήνη

Carmen Seculare

Τὸ ὄνειρο

Τὸ ὄνειρο (σατιρικόν)

Ἐπιγράμματα

Οἱ σφαγμένοι τῆς Ἑλλάδας (μτφ.)

Σονέττο XI

Χορικό (μτφ.)

Τὸ ἀηδόνι καὶ τὸ γεράκι

Τὸ κολύμπι

Μεταφράσεις

Μίμηση τοῦ τραγουδιοῦ τῆς Δεσδεμόνας

Ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυθος

Διάλογος

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Κική Δημουλά

Η Κική Δημουλά (Αθήνα 6 Ιουνίου 1931) είναι Ελληνίδα ποιήτρια και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Ποίησης.

Το πατρικό της όνομα είναι Βασιλική Ράδου και κατοικεί στην Αθήνα. Το 1952 παντρεύτηκε τον ποιητή και πολιτικό μηχανικό Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, το Δημήτρη (1956) και την Έλση (1957). Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1949 έως και το 1973.

Διακρίσεις

 

2001, Χρυσός Σταυρός του Tάγματος της Tιμής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

2002, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών —η τρίτη γυναίκα στην ιστορία της Ακαδημίας

 

Βραβεία

 

1964(;), Eύφημη μνεία από την Ομάδα των Δώδεκα, για την ποιητική συλλογή Eπί τα ίχνη.

1972, Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, για την ποιητική συλλογή Το λίγο του κόσμου.

1989, Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, για την ποιητική συλλογή Χαίρε ποτέ.

1997, Βραβείο Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, για την ποιητική συλλογή Η εφηβεία της λήθης.

2001, Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου της.

2009, Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας (Prix Européen de Littérature), για το σύνολο του έργου της.

2010, Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, για το σύνολο του έργου της.

 

Ποιητικές συλλογές

 

Ποιήματα, 1952

Έρεβος, 1956, Στιγμή 1990

Ερήμην, Δίφρος 1958, Στιγμή 1990

Επί τα ίχνη, Φέξης 1963, Στιγμή 1989

Το λίγο του κόσμου, 1971, Νεφέλη 1983, Στιγμή 1990

Το τελευταίο σώμα μου, Κείμενα 1981, Στιγμή 1989

Χαίρε ποτέ, Στιγμή 1988

Η εφηβεία της λήθης, Στιγμή 1994

Ποιήματα, Ίκαρος 1998 (Συγκεντρωτκή έκδοση· περιλαμβάνονται όλες οι προηγούμενες συλλογές εκτός από τα Ποιήματα.)

Ενός λεπτού μαζί, Ίκαρος 1998

Ήχος απομακρύνσεων, Ίκαρος 2001

Χλόη θερμοκηπίου, Ίκαρος 2005

Συνάντηση, Γιάννης Ψυχοπαίδης, Κική Δημουλά, Ίκαρος 2007 (Ανθολογία με εβδομήντα τρία ζωγραφικά έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη.)

Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, Ίκαρος 2007

Τα εύρετρα, Ίκαρος 2010

 

Πεζά

 

Ο φιλοπαίγμων μύθος, Ίκαρος 2004 (Η ομιλία που εκφώνησε η Κική Δημουλά στην Ακαδημία Αθηνών κατά την τελετή υποδοχής της.)

Εκτός σχεδίου, Ίκαρος 2005 (Επιλογή πεζών κειμένων.)

Έρανος σκέψεων, Ίκαρος 2009 (Η ομιλία της Κικής Δημουλά στην Αρχαιολογική Εταιρεία στις 26 Ιανουαρίου 2009.)

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Καβάφης Κωνσταντίνος (1863-1933)

 

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1863. Ο πατέρας του ,

εύπορος έμπορος και η μητέρα του γόνος καλής οικογένειας από την Κωνσταντινούπολη.

Υστερα από τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του η οικογένεια έφυγε για την Αγγλία

το 1872 κι έμεινε ως το 1878. Εκεί ο Καβάφης έμαθε τέλεια την Αγγλική γλώσσα,

που χρησιμοποιούσε στις ατομικές του σημειώσεις. Οταν γύρισε στην Αλεξάνδρεια

συμπλήρωσε τις σπουδές του σ' ένα ελληνικό λύκειο. Η οικογένεια αναγκάστηκε

για δεύτερη φορά να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια το 1882 ως το 1885, εξαιτίας

των πολιτικών αναταραχών. Από την επιστροφή του και ύστερα ο ποιητής δε θα

εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια παρά μόνο για μερικά σύντομα ταξίδια στο Παρίσι,

στο Λονδίνο, στην Αθήνα. Η ζωή του κυλά ήσυχα, έχει μια μόνιμη δουλειά στη δημόσια

υπηρεσία, κατοικεί στην αρχή μ' έναν αδερφό του, ύστερα μόνος ως τα τελευταία χρόνια,

τριγυρισμένος από την συμπάθεια και την εκτίμηση των Αλεξανδρινών φίλων του.

Πέθανε το 1933 την ημέρα των γενεθλίων του από καρκίνο του λάρυγγα.

Ενώ στην Αθήνα, μετά το 1880, μοναδικό σχεδόν πνευματικό κέντρο του ελληνισμού,

μεσουρανεί η ισχυρή ποιητική φυσιογνωμία του Παλαμά, σε μιαν απομονωμένη περιοχή

του ελληνισμού, στην Αλεξάνδρεια, με τις ιδιότυπες εμπειρίες που πρόσφερε η ζωή

της ελληνικής αυτής παροικίας, δημιουργεί το έργο του ένας ποιητής ο Κων/νος Καβάφης,

που έμελλε αργότερα να πάρει κεντρική θέση στη νεοελληνική ποίηση και να επηρεάσει

αποφασιστικά όλη τη νεότερη εξέλιξή της.

Η ποιητική του Καβάφη ξάφνιασε με την ιδιοτυπία της, τόσο διαφορετική από ό,τι ήταν

ως τοτε καθιερωμένο. Ποιήματα σύντομα, ( σπάνια εκτείνονται σε δεύτερη σελίδα -μόνο

ένα φτάνει ως την τρίτη-), γραμμένα ούτε σε δημοτική γλώσσα ούτε σε καθαρεύουσα,

με στίχο χαλαρό κι ελεύθερο και κάποτε ομοιοκατάληκτο που ηχεί σαν παιχνίδι ή ειρωνεία.

Ποιήματα με πεζολογικό χαρακτήρα για να έχουν τη βαρύτητά τους οι ρεαλιστικές διαπιστώσεις.

Ποιήματα με έντονη τη φιλοσοφική και υπαινικτική διάθεση, που ωθούν στη συνειδητοποίηση

της δραματικής ουσίας της ζωής, που δεν είναι μόνο η αίσθηση της παρακμής και της ματαιότητας

αλλά αντίρροπα είναι το αίσθημα της αξιοπρέπειας και της υπερηφάνειας.

http://cgi.di.uoa.gr

Ποιήματα

Βακχικόν (1886)

Κτίσται (1891)

Τείχη (1896)

Ενας γέρος (1897)

Δέησις (1898)

Τα δάκρυα των αδελφών του Φαέθοντος (1898)

Ο θάνατος του αυτοκράτορος Τακίτου (1898)

Κεριά (1899)

Διακοπή (1901)

Τα παράθυρα (1903)

Θερμοπύλες (1903)

Περιμένοντας τους βαρβάρους (1904)

Επιθυμίες (1904)

Ο Σεπτέμβρης του 1903 (1904)

Ο Δεκέμβρης του 1903 (1904)

Σταίς σκάλαις (1904)

Στο θέατρο (1904)

Φωνές (1904)

Τρώες (1905)

Μονοτονία (1908)

Κρυμμένα (1908)

Τα βήματα (1909)

Η Πόλις (1910)

Η Σατραπεία (1910)

Μάρτιαι Ειδοί (1911)

Απολείπειν ο θεός Αντώνιον (1911)

Τελειωμένα (1911)

Ιωνικόν (1911)

Τα επικίνδυνα (1911)

Ιθάκη (1911)

Ερωτος άκουσμα (1911)

Αλεξανδρινοί βασιλείς (1912)

Επέστρεφε (1912)

Οσο μπορείς (1913)

Επήγα (1913)

Του μαγαζιού (1913)

Ετσι (1913)

Πολύ σπανίως (1913)

Πολυέλαιος (1914)

Μακρυά (1914)

Ο Θεόδοτος (1915)

Σοφοί δε προσιόντων (1915)

Ομνύει (1915)

Μανουήλ Κομνηνός (1915)

Κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των (1915)

Οροφέρνης (1915)

Μιά νύχτα (1915)

Στου καφενείου την είσοδο (1915)

Οταν διεγείρονται (1916)

Εν τη οδώ (1916)

Ετσι πολύ ατένισα... (1917)

Μέρες του 1903 (1917)

Ηδονή (1917)

Ιαση τάφος (1917)

Εν εσπέρα (1917)

Εν πόλει της Οσροήνης (1917)

Ενας θεός των (1917)

Πέρασμα (1917)

Γκρίζα (1917)

Η προθήκη του καπνοπωλείου (1917)

Μισή ώρα (1917)

Καισαρίων (1918)

Θυμήσου, σώμα... (1918)

Η διορία του Νέρωνος (1918)

Νόησις (1918)

Πρέσβεις απ΄την Αλεξάνδρεια (1918)

Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628-655 μ.Χ. (1918)

Εις το επίνειον (1918)

Το διπλανό τραπέζι (1918)

Λάνη τάφος (1918)

Νόησις (1918)

Απ'τες εννιά (1918)

Κάτω απ'το σπίτι (1918)

Ιμενος (1919)

Να μείνει (1919)

Των Εβραίων (40 μ.Χ.) (1919)

Για νάρθουν (1919)

Ο ήλιος του απογεύματος (1919)

Ο δεμένος ώμος (1919)

Ο Δαρείος (1920)

Αννα Κομνηνή (1920)

Εκόμισα εις την τέχνη (1921)

Απο την σχολήν του περιώνυμου φιλοσόφου (1921)

Η αρχή των (1921)

Υπερ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες (1922)

Σ'ένα βιβλίο παληό (1922)

Θέατρον της Σιδώνος (400 μ.Χ.)(1923)

Απ'το συρτάρι (1923)

Εν απογνώσει (1923)

Ηλθε για να διαβάσει (1924)

Πριν τους αλλάξει ο χρόνος (1924)

Απολλώνιος ο Τυανεύς εν Ρόδω (1925)

Το 25ον έτος του βίου του (1925)

Τέμεθος, Αντιοχεύς (400 μ.Χ.) (1925)

Στο πληκτικό χωριό (1925)

Ιερεύς του Σεραπίου (1926)

Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας (1926)

Η αρρώστια του Κλείτου (1926)

Μέσα στα καπηλειά (1926)

Αννα Δαλασσηνή (1927)

Μέρες του 1896 (1927)

Μέρες του 1901 (1927)

Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών (1927)

Κίμων Λεάρχου (1928)

Ενας νέος, της τέχνης του λόγου - στο 24ον έτος του (1928)

Εικών εικοσιτριετούς νέου καμωμένη από φίλο του ομήλικα (1928)

Μέρες του 1909 (1928)

Στον ίδιο χώρο (1929)

Μύρης Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ (1929)

Ωραία λουλούδια και άσπρα ως ταιριάζουν πολύ (1929)

Ας φρόντιζαν (1930)

Ρωτούσε για την ποιότητα (1930)

Ο καθρέπτης στην είσοδο (1930)

Κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων (1931)

Στα 200 π.Χ. (1931)

Μέρες του 1908 (1932)

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (1884-1974) Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε το 1884 στον Πύργο της Βουλγαρίας (τότε Ανατολικής Ρωμυλίας), όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και γράφτηκε στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1902 και διορίστηκε δάσκαλος στο σχολείο του Πύργου σε ηλικία δεκαοχτώ ετών. Τον ίδιο χρόνο έφυγε για σπουδές στην Αθήνα με υποτροφία του κληροδοτήματος του Νικόλαου Παρασκευά από τη Βάρνα. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή και διορίστηκε ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα. Από εκεί έστειλε στο περιοδικό Νέα Ζωή της Αλεξάνδρειας το ποίημα Θυσία. Μετά από άρνηση του περιοδικού να το δημοσιεύσει, μέλη της Νέας Ζωής αποχώρησαν και δημιούργησαν το περιοδικό Γράμματα, όπου και δημοσιεύτηκε η Θυσία. Τρία χρόνια αργότερα έγινε σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου και μετά από κατηγορίες εναντίον του για εμπλοκή στην υπόθεση των Αθεϊκών του Βόλου μετατέθηκε στα Μέγαρα. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος με τους «απαλλαγέντας και αγυμνάστους του 1900-1902», φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού και το 1915 διορίστηκε σχολάρχης στην Κερατιά Αττικής. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Το 1916 επιστρατεύτηκε ξανά, αυτή τη φορά στη Λήμνο (είχε προηγηθεί η λήξη της Βουλγαρικής ουδετερότητας). Το 1917 διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Πειραιά, και το 1919 έφυγε με υποτροφία για μετεκπαίδευση στην αισθητική και τη νεοελληνική φιλολογία στο Παρίσι. Η εκεί παραμονή του σηματοδότησε την ιδεολογική προσχώρησή του στο μαρξιστικό διαλεκτικό υλισμό, καρπός της οποίας στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Μετά την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου η υποτροφία του διακόπηκε και ο Βάρναλης επέστρεψε στην Αθήνα, όπου στις αρχές του 1821 διορίστηκε καθηγητής στο Γ΄ Γυμνάσιο του Πειραιά. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας (δέυτερη αναθεωρημένη έκδοση πραγματοποίησε το 1933). Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα. Το φθινόπωρο του 1923 μετά από ανάκληση της διακοπής της υποτροφίας του ξαναπήγε στο Παρίσι, όπου έμεινε στο σπίτι του φίλου του χαράκτη Γιάννης Κεφαληνού. Το 1924 γύρισε στην Αθήνα και δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Ένα χρόνο αργότερα σημειώθηκε η κριτική διαμάχη του Βάρναλη με τον Γιάννη Αποστολάκη. Ο Βάρναλης δημοσίευσε το δοκίμιο Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, αντιτιθέμενος στην ιδεαλιστική ποιητική θεωρία που είχε εκφράσει ο Αποστολάκης στο έργο του Η ποίηση στη ζωή μας. Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, αρχικά προσωρινά και στη συνέχεια οριστικά, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ως παράδειγμα της αντεθνικής δράσης των μεταρρυθμιστών Παιδαγωγών ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 επέστρεψε στην Αθήνα και τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη . Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα μαζί με το Γληνό και μετά από εντολή του Κονδύλη εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Παρέμεινε πιστός στην ιδεολογία του κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, το 1856 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Πέθανε το Δεκέμβρη του 1974. Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Οργή Λαού, γραμμένη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου και τα Φιλολογικά Απομνημονεύματα, συγκεντρωτικός τόμος δημοσιευμάτων του στην εφημερίδα Ανεξάρτητος από το Φεβρουάριο ως τον Αύγουστο του 1935. Η πορεία του Βάρναλη στο χώρο της ποίησης ξεκίνησε το 1904, όταν εξέδωσε τις Κηρύθρες, την πρώτη του ποιητική συλλογή με πρόλογο του Στέφανου Μαρτζώκη. Στα πρώτα του βήματα συμπορεύτηκε πνευματικά με τον Άγγελο Σικελιανό και το Νίκο Καζαντζάκη με έντονες επιρροές από το ρέυμα του παρνασσισμού και τις διονυσιακές και ανθρωπιστικές ιδέες. Με τον Προσκυνητή πέρασε σε μια νέα ιδεολογική κατεύθυνση και υιοθέτησε ένα μεσσιανικό πρότυπο της ποιητικής ιδιότητας, ενώ με το Φως που καίει σηματοδοτήθηκε η τελευταία ιδεολογική του μεταστροφή, αυτή τη φορά προς την κοινωνικά και πολιτικά στρατευμένη λογοτεχνία με τη παράλληλη όμως παρουσία σατιρικών, λυρικών, δραματικών και συμβολιστικών στοιχείων. Ο τελευταίος αυτός προσανατολισμός του τον συνόδεψε σ’ όλη τη ζωή του και κυριαρχεί και στα κριτικά του κείμενα. Γενικά το έργο του Βάρναλη αντικατοπτρίζει τη δεκτικότητά του απέναντι σε νέες ιδέες και η συνύπαρξη αντιθετικών στοιχείων στο έργο του αποτελεί έναν από τους λόγους της ιδιαίτερης γοητείας του.

 

http://varnaliskostas.blogspot

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Οἱ Μοιραῖοι

Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου

Τσιγγάνικο

Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς

Θυσία

Ζούγκλα

Πρόλογος (Σκλάβοι Πολιορκημένοι)

Ἀρχὴ σοφίας

Ἀνάσταση

Πρωτοχρονιάτικο

Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ

Ἡ Μαγδαληνή

Πρόλογος «Στὸ φῶς ποὺ καίει»

Τὸ ἀηδόνι

Παράδεισος

Τυχερός

Τάκης Φίτσος

Αὐτονεκρολογία

Πρόλογος

«Ἐθνικὴ Παιδεία»

Πῶς μᾶς θέλει ἡ «ἀληθὴς δημοκρατία»

Στὸ γιό του

Τὰ λοίσθια

Τρεῖς θάνατοι

Πάνθεον ἐθνικοφροσύνης

Ὀρέστης

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΙΩΤΑΚΗΣ

Ο Κώστας Καρυωτάκης

(30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στην Τρίπολη και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, από τη Συκιά Κορινθίας και της Αικατερίνης Σκάγιαννη, από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μια αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, που παντρεύτηκε τον δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένεια του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα και το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και στα Χανιά όπου έμειναν ως το 1913. Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των παίδων.

 

Το 1913, γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Για ένα διάστημα επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε υπουργικός γραμματέας Α' στην Νομαρχία Θεσσαλονίκης ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον ελληνικό στρατό, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Στο τέλος για ν' αποφύγει τις μεταθέσεις, απ' τη μια νομαρχία στην άλλη, μεταπήδησε στο Υπουργείο Προνοίας και μάλιστα στην κεντρική του υπηρεσία, στην Αθήνα.

 

Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων, δημοσιεύτηκε το 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο, εξέδωσε το σατιρικού περιεχομένου περιοδικό Η Γάμπα, του οποίου η δημοσίευση όμως απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, η οποία εργαζόταν μαζί με τον Καρυωτάκη στη Νομαρχία Αττικής. Τον Δεκέμβριο του 1927, εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή, με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες.

 

Τον Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην πόλη της Πάτρας και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή, αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και την μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα, αφού επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας, λίγες ώρες αργότερα αυτοκτόνησε με περίστροφο κάτω από έναν ευκάλυπτο, έχοντας πάνω του ένα σημείωμα, το οποίο έγραφε:

 

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς, τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.

Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περσότεροι, μαζύ με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τ' αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος.

Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

Κ.Γ.Κ.

 

Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι αν επιχειρήσουνε να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης να δέσουν και μια πέτρα στο λαιμό τους. Ολη νύχτα απόψε, επί 10 ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθή ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Κ.Γ.Κ.

 

Ένας λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι και η σύφιλη από την οποία πιθανολογείται ότι έπασχε. Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σε επαφή με τους φίλους και συγγενείς του ποιητή αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός, και, μάλιστα, ο αδερφός του, Θανάσης Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια). Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη. Θέλοντας, μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του.[1]

 

Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά ενώ έδωσε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών, όπως του Φρανσουά Βιγιόν.

Το έργο του

Ποιήματα

Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων (1919)

Νηπενθή (1921)

Ελεγεία και Σάτιρες (1927)

Τελευταία ποιήματα (1928) [Αισιοδοξία, Όταν κατέβουμε τη σκάλα..., Πρέβεζα]

Ανέκδοτα ποιήματα

Μεταφράσεις

Πεζά

Το καύκαλο

Η τελευταία

Ο κήπος της αχαριστίας

Ονειροπόλος

Τρεις μεγάλες χάρες

Φυγή

Το εγκώμιο της θαλάσσης

Κάθαρσις

Η ζωή του

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΗΣ

Κρυστάλλης Κώστας

Ο Κώστας Κρουστάλλης γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου, όπου και έζησε μέχρι τα δώδεκα. Το 1880 γράφτηκε στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων. Το 1887 δημοσίευσε το ποίημα «Αι σκιαί του Άδου», που αναφερόταν σε επεισόδια της Επανάστασης του 1821. Εξαιτίας αυτού διώχθηκε από τις τουρκικές αρχές και κατέφυγε στην Αθήνα, ενώ τα τουρκικά δικαστήρια τον καταδίκασαν ερήμην σε εικοσιπενταετή εξορία. Στην Αθήνα άλλαξε το οικογενειακό του όνομα σε Κρυστάλλης. Στην Αθήνα εργάστηκε αρχικά στο τυπογραφείο των εκδόσεων «Φέξη» και παράλληλα δημοσίευε ποιήματα. Το 1891 προσλήφθηκε ως συντάκτης στο περιοδικό «Εβδομάς», αλλά η συνεργασία του έληξε τον ίδιο χρόνο εξαιτίας διαφωνιών με τη διεύθυνση του περιοδικού. Έπειτα διορίστηκε ως υπάλληλος στους σιδηροδρόμους. Οι δύσκολες συνθήκες ζωής του είχαν αποτέλεσμα να προσβληθεί από φυματίωση. Μετακόμισε στην Κέρκυρα, ελπίζοντας ότι εκεί θα βελτιωθεί η υγεία του, η οποία όμως επιδεινώθηκε και τελικά πέθανε στις 22 Απριλίου του 1894 στην Άρτα, όπου έμενε η αδερφή του.

Τα πρώτα του ποιήματα, Αι Σκιαί του Άδου και Ο Καλόγηρος της Κλεισούρας (1890), είχαν επικό χαρακτήρα, με επίδραση από τον Βαλαωρίτη. Αντιθέτως, με τις δύο ποιητικές συλλογές του που δημοσιεύτηκαν τα επόμενα χρόνια, εντάχθηκε στο πνευματικό κλίμα της Νέας Αθηναϊκής σχολής: επίδραση από το δημοτικό τραγούδι, λαογραφική θεματολογία. Η πρώτη του συλλογή, Αγροτικά (1891), πήρε έπαινο στο Δεύτερο Φιλαδέλφειο Ποιητικό Διαγωνισμό (τη χρονιά που βραβεύτηκε η συλλογή Τα μάτια της ψυχής μου του Παλαμά). Η δεύτερη και τελευταία συλλογή του, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης (1893), διακρίθηκε επίσης σε διαγωνισμό. Το πεζογραφικό του έργο (συγκεντρωμένο στον τόμο Πεζογραφήματα), συμβαδίζει με το κλίμα της πεζογραφίας της γενιάς του 1880: δημοτική γλώσσα, ηθογραφία, καλλιέργεια του διηγήματος. Ασχολήθηκε επίσης με τη συλλογή ιστορικού και λαογραφικού υλικού και συνεργάστηκε με το εγκυκλοπαιδικό λεξικό των Μπαρτ και Χιρστ.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (1859-1943)

Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στην Πάτρα και καταγόταν από το Μεσολόγγι, από οικογένεια με μέλη σημαντικούς λόγιους. Έχασε και τους δυο γονείς του το 1866 και εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι σε συγγενικό σπίτι. Στο Μεσολόγγι τέλειωσε το Γυμνάσιο (1875) και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1877), ωστόσο από νωρίς είχε στραφεί προς τη λογοτεχνία. Ήδη από το 1875 είχε δημοσιεύσει στίχους στο Αττικόν Ημερολόγιον και υποβάλει τη συλλογή Ερώτων έπη στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό. Η πρώτη έκδοση έργου του πραγματοποιήθηκε με τη συλλογή Τα τραγούδια της πατρίδος μου το 1886 όταν ο ποιητής ήταν ήδη γνωστός στους αθηναϊκούς κύκλους από τη συνεργασία του με λογοτεχνικά περιοδικά (Μη χάνεσαι του Γαβριηλίδη, Άστυ του Θ. Άννινου κ.α.) και εφημερίδες της εποχής (Ακρόπολις, Εφημερίς, Εμπρός, κ.α.), όπου δημοσίευε άρθρα, μελέτες, κριτικά δοκίμια και χρονογραφήματα. Συνέχισε να αρθρογραφεί σε λογοτεχνικά περιοδικά (Εστία, Τέχνη, Παναθήναια, Νουμάς κ.α.) για πολλά χρόνια. Το 1889 βραβεύτηκε στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό για τη συλλογή του Ύμνος εις την Αθηνάν, από το 1897 ως το 1929 διετέλεσε γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1914 βραβεύτηκε για την προσφορά του με το κρατικό αριστείο γραμμάτων και τεχνών, Ήταν ένα από τα πρώτα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών και το 1930 εκλέχτηκε πρόεδρός της. Το 1888 παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησε δύο γιους και μια κόρη. Με αφορμή το θάνατο του μικρότερου γιου του Άλκη το 1898 ο ποιητής έγραψε τα ποιήματα Τάφος και Παράδεισοι. Το 1933 τιμήθηκε με το γερμανικό λογοτεχνικό βραβείο Goethe και το Οικονόμειο βραβείο της Ελληνικής Κοινότητας Τεργέστης και το 1936 στα πενηντάχρονα της δημιουργίας του ο βασιλιάς Γεώργιος του απένειμε το Παράσημο του Φοίνικος. Στη συγγραφή αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του, την οποία πέρασε στην Αθήνα στην οδό Ασκληπιού αρ.3, όπου βρίσκεται σήμερα το Ιδρυμα Κωστή Παλαμά. Μοναδική μετακίνησή του η μετακόμιση στην οδό Περιάνδρου προς το τέλος της ζωής του. Εκεί πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943. Η κηδεία του στο πρώτο νεκροταφείο έμεινε στην ιστορία ως ένα είδος αντικατοχικής διαδήλωσης. Ο Παλαμάς κάλυψε με το έργο του ολόκληρο το φάσμα του γραπτού λόγου. Ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο, τη δημοσιογραφία, την αρθρογραφία, τη μελέτη, την κριτική. Στο ποιητικό του έργο που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης, το πνεύμα της οικουμενικότητας του πολιτισμού. Στάθηκε ο εμπνευστής και εισηγητής της λεγόμενης γενιάς του 1880 ή παλαμικής γενιάς στην ελληνική ποίηση, όταν γύρω στα 1879-1880, αντιδρώντας στη ρητορεία της ρομαντικής ποίησης της Α' Αθηναϊκής Σχολής και επηρεασμένος από το ρεύμα του γαλλικού Παρνασσισμού, ηγήθηκε της ανανέωσης της ποιητικής θεματολογίας και έκφρασης. Σταθμοί στην ποιητική δημιουργία του θεωρούνται Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου και Η Φλογέρα του βασιλιά, γραμμένα στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας. Παράλληλα προς την ποίηση τον απασχόλησε ιδιαιτέρως το Γλωσσικό Ζήτημα, στο χώρο του οποίου υπήρξε δια βίου ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και κορυφαία μορφή του δημοτικιστικού κινήματος με το κύρος του αλλά και με τις κυρώσεις που υπέστη για το γλωσσικό του αγώνα (προσωρινή απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο). Αξιοσημείωτη είναι η στάση του στα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά. Από το πεζογραφικό του έργο, περιορισμένο σε έκταση συγκριτικά προς το ποιητικό, ξεχωρίζει ο Θάνατος παλληκαριού. Στο χώρο του θεάτρου έγραψε για τη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου την Τρισεύγενη, απέσυρε ωστόσο το έργο πριν την παράστασή του όταν ο Χρηστομάνος θέλησε να επέμβει στην τελική μορφή του. Ο Παλαμάς υπήρξε τέλος ένας από τους σημαντικότερους έλληνες μελετητές και κριτικούς της λογοτεχνίας και πρόδρομος ενός μεγάλου μέρους της μεταγενέστερης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής. Σημειώνεται εδώ ως παράδειγμα η σημαντική μελέτη του για το έργο του Σολωμού.

 

http://www.ekebi.gr

 

 

Ποιήματα

 

 

Ὁ Διγενὴς κι ὁ Χάροντας

Δόξα στὸ Μεσολόγγι

Τὸ Τραγούδι τοῦ Σταυροῦ

Ἡ Κασσιανή

Μυστικὴ Παράκληση

Ὦ λιγοστοί, ὦ διαλεχτοί!

Στὴ Νεολαία μας

Ἡ ἐληά

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα

Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι

Τὸ καλοκαίρι

Μιὰ πίκρα

Τὸ πανηγύρι στὰ σπάρτα

Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου

Γύριζε

Ἀνατολή

Ἡ ἀσάλευτη ζωή

Γύρω στὸ ἑφτάστερο τ᾿ ἀμάξι

Πατρίδες

Κυμοθόη

Παρνασσός

Ὑμνος εἰς τὴν Ἀθήνα

Τῆς Ἀθηνᾶς Ἀνάγλυφο

Ὁ Θάνατος τῆς Μακαρίας

Ὁ Ναός

Τ᾿ ὁλόχρυσο ποτάμι

Φαντασία

Οἱ θεοί

Τὸ ἡλιογέννητο

Ὀρφικὸς Ὕμνος

Μολώχ

Τὸ σαΐτεμα

Ἔρθης δὲ ἔρθης

Ἡ ἀπόκριση

Οἱ λύκοι

Τριλογία τοῦ θυμοῦ

Ὁ Δελφικὸς Ὕμνος

Ὁ Ὁμηρικὸς Ὕμνος

Οἱ χαιρετισμοὶ τῆς Ἡλιογέννητης

Ὁ θάνατος τῶν Ἀρχαίων

Οἱ πολυθεοί

Ἡ ξενητεμένη

Ἡ νίκη

Ἡ νίκη (Β´ παγκόσμιος πόλεμος)

Ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου

Δεξίλεως

Ρόδου Μοσκοβόλημα

Ἕνα ἄνθος

Οὐράνια

Ὁ Σάτυρος

Χειμμάρα

Ὤ! Πόλη!

Ἴαμβοι καὶ Ἀνάπαιστοι

Βραδινὴ Φωτιά

Δυὸ μάτια

Ἡ Ἀγάπη μας

Στὴ γυναίκα μου

Τὰ σκολειὰ χτίστε

Ἀγορά

Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὰ δέντρα

Τὰ φτερά

Ἡδονισμός

Στὴ Μαίρη Κουτσούρη

Δεκατέτραστιχο [69]

Δεκατέτραστιχο [126]

Ποίημα γιὰ τὸν Καραϊσκάκη

Σὲ αὐτὸν τὸ λάκκο

Ὅταν εἴμουνα βασιλιάς

Τὸ χάρισμα

Ὓστερ᾿ ἀπὸ τὴ ζωή

Ὁ Ὀλυμπιακὸς Ὕμνος

Πάει καὶ τὸ λίγο Φῶς...

Τὸ Διαμαντένιο τοῦ Ὄρθρου μου...

Τὸ Φάντασμα

Ὕμνος τῶν Αἰώνων

Ὦ Πηνελόπη, Ἀγρύπνησα...

Ἔρχομ᾿ Ἐγώ...

«Σατυρικά γυμνάσματα», δεύτερη σειρά

Σταλμένο τοῦ ποιητῆ Λ. Μαβίλη

Μικρούλα

Ὁ γκρεμιστής

Βραχώρι

Χριστούγεννα

Ὁ ἑλληνικὸς ὕμνος (Mistral)

Ἡ ἀρχή

Ἀγάπες

Ἀγορά

Χαλάσματα

Τραγούδι ἑνὸς πατέρα

Τὸ φάντασμα

Σὲ μιὰ ποὺ πέθανε

Τοὺς μενεξέδες...

Καὶ τέτοιος...

Πάει τὸ ταξίδι...

Τὸν πόνο σου...

Ἀλάφρωσε...

Σιωπή

Νύχτα θὰ ξεκινούσαμε...

Στὸν ποιητὴ ποὺ ἔγινε κριτικός μου

Δὲν ξέρω ἐγὼ...

Σ᾿ ἀγαπῶ...

Ἀπὸ τὸ «βιβλίο τῶν ὡρῶν»

Τὸ τραγούδι τῶν ἄσπρων μαλλιῶν

Ταπεινωσύνη

Ἡδονισμός

Ὅπου διαβεῖς...

Πρωΐ...

Μιὰ ζωή

Στὸ σπίτι μας...

Στὸν ποιητὴ Μ. Μαλακάση

Ὕστερ᾿ ἀπὸ χρόνια

Κάποτε κάπου...

Καὶ μέσ᾿ στὸν τάφο...

Ἀγρύπνησα

Τὸ τέλος

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Μανώλης Αναγνωστάκης (1925 – 2005)

 

Ένας από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ποιητής με πολιτική συνείδηση, φυλακίστηκε και καταδικάσθηκε σε θάνατο για τις ιδέες του και χαρακτηρίστηκε ως ο «ποιητής της ήττας», καθώς με τους στίχους του εξέφρασε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. Το ποιητικό του έργο καθόρισε την ομάδα των στρατευμένων ποιητών της μεταπολεμικής ποίησης.

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου του 1925. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Πήρε μέρος στην Αντίσταση ως στέλεχος της ΕΠΟΝ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο.

Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1942 από το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Εκτελώντας χρέη και αρχισυντάκτη, το 1944 συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα» (1944), πόλο συσπείρωσης των προοδευτικών νέων λογοτεχνών της πόλης, και το 1945 εξέδωσε με δικά του έξοδα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχές». Αν και προχώρησε στην έκδοση μιας σειράς ποιητικών συλλογών τις επόμενες δεκαετίες, θα έπρεπε να περιμένει ως το 1979, σχεδόν 35 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του, ώστε να δει να τυπώνεται η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του χωρίς δικά του έξοδα.

Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά, ενώ είχε και πυκνή παρουσία στην εφημερίδα «Αυγή», με κείμενα για θέματα λογοτεχνικά και πολιτικά. Εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» (Θεσσαλονίκη, 1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοκτώ κειμένων» (1970), των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Η Συνέχεια» (1973).

Τα ποιήματα που ο Μανώλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.

«Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω», είχε ξεκαθαρίσει, γιατί «το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Ίσως επειδή, όπως είχε πει σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».

Ο Αναγνωστάκης είχε προαναγγείλει τη σιωπή του με τους στίχους:

 

Το θέμα είναι τώρα τι λες.

Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.

Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.

Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.

Το θέμα είναι τώρα τι λες. (Στόχος, 1970)

 

Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1986) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2002), ενώ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

 

Το πιο γνωστό του ποίημα ήταν το «Μιλώ», που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.

 

ΜΙΛΩ...

 

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών

Για τα κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα

Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες

Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε σους τάφους και τα σαπίζει η βροχή

Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα

Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους

Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα

Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια σους δρόμους

Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια

Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα

Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες

Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

 

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες

Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του

Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν

Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν

Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια

Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν

Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει

Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

 

Η ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι στίχοι του φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή της αυγής και λιγότερο με το λυκόφως. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνοντα τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.

 

Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου 2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.

 

http://www.sansimera.gr

 

Ποιήματα

 

Πέντε μικρὰ θέματα Ι ΙΙ ΙΙΙ IV V

13.12.43

Ποιητική

Ὁ Οὐρανός

Νέοι τῆς Σιδῶνος

Ἐπιτύμβιον

Στ᾿ ἀστεῖα παίζαμε!

Οἱ στίχοι αὐτοί

Ἐπίλογος

Χάρης 1944

Θεσσαλονίκη, Μέρες τοῦ 1969 μ.Χ.

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...

Ἀπροσδιόριστη χρονολογία

Κάθε πρωί

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα...

Δρόμοι παλιοί

Ἤτανε νέοι

Ὅταν μιὰν ἄνοιξη

Τὸ σκάκι

Φοβᾶμαι...

Ποιήματα ποὺ μᾶς διάβασε ἕνα βράδυ ὁ λοχίας Οtto V...

Κι ἤθελε ἀκόμη...

Μιλῶ...

Ἐπιτάφιο

Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε...

Ἡ ἀπόφαση

If...

Ἀφιέρωση

Προσχέδιο δοκιμίου πολιτικῆς ἀγωγῆς

Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατής...

Τὸ πρωΐ

Χειμώνας 1942

Ἄτιτλο

Fair Play

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Μάνος Ελευθερίου

Ο Μάνος Ελευθερίου (Ερμούπολη Σύρου, 12 Μαρτίου 1938) είναι Έλληνας ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος. Έχει συγγράψει μέχρι τώρα εννέα ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μία νουβέλα, δύο μυθιστορήματα, πάνω από 400 τραγούδια και έχει επιμεληθεί διάφορα λευκώματα βασισμένα σε προσωπικές συλλογές του. Παράλληλα έχει εργαστεί ως αρθογράφος, επιμελητής εκδόσεων, εικονογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός.

 

Για το πρώτο του μυθιστόρημα, ο Καιρός των Χρυσανθέμων, έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του 2005. Οι στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από όλους σχεδόν τους διαπρεπείς Έλληνες συνθέτες. Έγινε γνωστός ως στιχουργός τη δεκαετία του '70, συνεργαζόμενος με το Μίκη Θεοδωράκη (Λαϊκά: Το παλληκάρι έχει καημό, Σ' αυτή τη γειτονιά, Πολιτεία Γ & Δ), τον Δήμο Μούτση (Ο Άγιος Φεβρουάριος: Η σούστα πήγαινε μπροστά, Άλλος για Χίο τράβηξε, Ο χάρος βγήκε παγανιά) και τον Γιάννη Μαρκόπουλο (Θητεία: Μαλαματένια λόγια, Τα λόγια και τα χρόνια, Παραπονεμένα λόγια). Αργότερα στίχοι του θα γίνουν τραγούδια από τον Γιάννη Σπανό (Η μαρκίζα), τον Σταύρο Κουγιουμτζή (Ελέυθεροι κι ωραίοι, Στα χρόνια της υπομονής), τον Θάνο Μικρούτσικο (Άμλετ της Σελήνης, Δεν είμαι άλλος, Δίκοπη ζωή), τον Ηλία Ανδριόπουλο (Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες) και τον Χρήστο Νικολόπουλο (Διαθήκη, Στων αγγέλων τα μπουζούκια). Θεωρείται μάλιστα ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκφραστές του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.

 

Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Το 1962, σε ηλικία μόλις 24 χρονών δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός». Οι πρώτες του πεζογραφικές εμφανίσεις έγιναν με τα διηγήματα «Το διευθυντήριο» και «Η σφαγή» σε αυτοτελή βιβλία το 1964 και 1965. Ο ίδιος όμως σε συνέντευξή του έχει δηλώσει ότι τα έχει «αποκηρύξει σιωπηρά». Εκείνη την εποχή είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να συναναστραφεί με σημαντικές προσωπικότητες από διάφορους χώρους της τέχνης, όπως οι μεγάλοι ζωγράφοι Τσαρούχης και Χατζηκυριάκος-Γκίκας.

 

Το 1964 πρωτοπαρουσιάστηκε στην ελληνική δισκογραφία με τους στίχους των Ρημαγμένων Κήπων, που εμπιστεύθηκε στο Χρήστο Λεοντή. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Θεοδωράκη στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής. Ο συγγραφέας Φώντας Λάδης ήταν αυτός που έδωσε στον μουσικοσυνθέτη τα δώδεκα τραγούδια που είχε γράψει ο Ελευθερίου κατά τη διάρκεια της θητείας του -το «Τρένο Φεύγει στις Οκτώ», τη «Νυχτερίδα» και τα υπόλοιπα. Λίγο καιρό πριν κυκλοφορήσει όμως ο δίσκος, τους πρόλαβε η Δικτατορία. Τελικά τα τραγούδια κυκλοφόρησαν το '70 στο εξωτερικό (Παρίσι). Κατόπιν ήρθε η συνεργασία με τον Δήμο Μούτση και τον Άγιο Φεβρουάριο (1971) κι έπειτα η «Θητεία» με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Η ηχογράφηση του δίσκου μάλιστα άρχισε το Νοέμβριο του 1973, λίγες μέρες πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και ο δίσκος κυκλοφόρησε τελικά στη Μεταπολίτευση, το Μάρτιο του 1974. Αργότερα έρχεται η συνεργασία με τον Κουγιουμτζή και τον Νταλάρα. Στον δίσκο "Η Ατέλειωτη Εκδρομή" του 1975 ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας μελοποιεί τρία σπουδαία του ποιήματα του Ελευθερίου: Γνωριμία, Εκδρομή, Κιθάρες των νερών.

 

 

Παράλληλα γράφει και εικονογραφεί παραμύθια για παιδιά και φροντίζει για την έκδοση λευκωμάτων με θέμα τη Σύρο, την ιδιαίτερη πατρίδα του: («Ενθύμιον Σύρας», «Θέατρο στην Ερμούπολη.» κ.α). Η δεκαετία του ‘90 τον βρίσκει να αρθρογραφεί και να κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές στον Αθήνα 9,84 και στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Το 1994 παρουσιάζει την πρώτη -και μέχρι σήμερα τελευταία - νουβέλα του, με τίτλο Το άγγιγμα του χρόνου και δέκα χρόνια αργότερα δημοσιεύει το μυθιστόρημα «Ο Καιρός των Χρυσανθέμων, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του 2005.

 

Κυρίαρχο θέμα του βιβλίου είναι το θέατρο, είτε διαμέσου της κεντρικής ηρωίδας και μεγάλης πρωταγωνίστριας Παρασκευοπούλου, είτε διαμέσου των υπολοίπων ηθοποιών αλλά και θεατρικών συγγραφέων που εμφανίζονται στις σελίδες του. Ο Ελευθερίου θα το χαρακτηρίσει θέατρο μέσα στο θέατρο, οι θεατές απλά θα το λατρέψουν και οι κριτικοί θα του πλέξουν εγκώμια. Σαν φυσική συνέχεια εκδίδεται το 2006 το δεύτερο μυθιστόρημά του, Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές, με θέμα τη ζωή και τον θάνατο της μεγάλης Ελληνίδας ηθοποιού, Ελένης Παπαδάκη. Η εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία και πάλι δεν είναι τυχαία. Ο Ελευθερίου, κατά την προσφιλή τακτική του έχει δουλέψει εξονυχιστικά τα βιβλία του: «Τα μυθιστορήματα με απασχόλησαν τα τελευταία 13 14 χρόνια. Έγραφα μέρα, νύχτα, δεν είδα διακοπές, δεν είδα γιορτές τίποτα»[1]. Εξάλλου, όπως έχει παραδεχθεί: «Ποτέ δεν έγραψα κάτι, χωρίς να γίνουν μετά άπειρες αλλαγές. Ποτέ δεν έγραψα μια πρόταση, χωρίς να κάτσω από πάνω της 100 και 200 φορές να την ξαναδώ, με διαφορετική διάθεση, διαφορετική ώρα και μέρα. Το κοιτάζω, το βλέπω, με αγανακτεί, το ξανακοιτάζω, το δέρνω, μένω εκεί. Αν δεις κάτι που έχεις γράψει και σου αρέσει πολύ, τότε υπάρχει πρόβλημα. Φαίνονται ξέρετε τα εύκολα πράγματα. Δεν τσιμπάει ο αναγνώστης».

 

Το 2007 εκδίδεται η συλλογή διηγημάτων «Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ» «Το διήγημα, ως φόρμα είναι δυσκολότερο από ένα μικρό μυθιστόρημα. Πρέπει να εξαντλήσεις όλη σου την τεχνική και να γράψεις μια ολοκληρωμένη, συνοπτική ιστορία χωρίς να παραλείψεις στις περιγραφές σου τίποτα από την ψυχολογία των ηρώων σου και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τα διηγήματα της «Μελαγχολίας...» γράφονται επί πολλά χρόνια. Με είχαν στοιχειώσει. …. Το «λάθος» στο διήγημα είναι θανατηφόρο. Το τινάζει στον αέρα».

 

Πρόσφατα δημοσιεύτηκε και το θεατρικό του έργο «Μπλε μελαγχολία» σε συλλογική έκδοση με άλλους γνωστούς συγγραφείς. Αναμένεται η έκδοση και άλλων μυθιστορημάτων που ο συγγραφέας δεν έχει αποφασίσει να εκδώσει ακόμα.

 

Τρέφει αντιπάθεια προς τις συνεντεύξεις και προς τον μη ελεγχόμενο προφορικό λόγο. Καθώς όμως μερικές φορές αναγκάζεται να υποκύψει στον πειρασμό της δημοσιεύσιμης συνομιλίας κάποιες από τις αγαπημένες του συνήθειες ή προτιμήσεις έχουν διαρρεύσει στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Όπως, λόγου χάρη, ότι απολαμβάνει τη μουσική του Νίνο Ρότα ή ότι θαυμάζει τη ζωγραφική του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Ότι του αρέσει το ουίσκι. Ότι είναι μανιώδης καπνιστής. Αγαπημένο του χρώμα είναι το μπλε και αγαπημένη του ταινία το φελινικό «Και το πλοίο φεύγει». Ότι φτιάχνει μόνος του σταφύλι γλυκό του κουταλιού...

 

O ίδιος παραδέχεται χαριτωμένα: «Εγώ θα έλεγα πάλι ότι ήμουν τυχερός. Μέσα από τα τραγούδια γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους, κέρδισα χρήματα, χρήματα τόσα ώστε να ζω αξιοπρεπώς για πάρα πολλά χρόνια και να αγοράζω πράγματα που με ενδιέφεραν. Αυτή ήταν η ανταμοιβή μου. Τώρα, αν όλα αυτά τα πράγματα είναι καταξίωση και όντως έκανα κάτι σημαντικό, τι να πω, φαίνεται ότι πρέπει να υπάρχει κάπου μια αλήθεια σε όλες αυτές τις υπερβολές».

 

Ποίηση

Συνοικισμός, 1962, (εξαντλημένο)

Μαθήματα μουσικής. 1972, (επανέκδοση από τις εκδόσεις Ύψιλον. 1980)

Τα ξόρκια, 1973, (επανέκδοση από τις εκδόσεις Ύψιλον. 1980)

Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου, - 1η έκδ. - Αμοργός, 1975 επανέκδοση από τις εκδόσεις Καστανιώτης 1980 και 2002)

Τα όρια του μύθου - Αθήνα : εκδόσεις Γνώση , 1978

Το μυστικό πηγάδι - Αθήνα : εκδόσεις Γνώση , 1983

Αναμνήσεις από την Όπερα - Αθήνα : εκδόσεις Γνώση, 1987

Το νεκρό καφενείο - 1η έκδ. - Αθήνα : Καστανιώτη, 1997

Η πόρτα της Πηνελόπης - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2003

Πεζογραφία:

Μυθιστορήματα

 

Ο καιρός των χρυσανθέμων - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2004, (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2005)

Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2006.

Διηγήματα

 

Το διευθυντήριο.Αθήνα: Φέξης, 1964

Η σφαγή. 1965

Συλλογικό έργο. Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο : 29 ιστορίες που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Τα Νέα" το καλοκαίρι του '97, Αθήνα : Κέδρος, 1997

Συλλογικό έργο. Το Χαλάνδρι που γνώρισα : 19 Έλληνες συγγραφείς γράφουν για το Χαλάνδρι, Αθήνα : Ευριπίδης, 2005

Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2007

Νουβέλα

 

Το άγγιγμα του χρόνου. - Αθήνα : Καστανιώτη, 1994.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Νικηφόρος Βρεττάκος

Σύντομο Βιογραφικό: Γεννήθηκε τὸ 1913 στὶς Κροκεὲς τῆς Λακωνίας. Ἐγκατέλειψε τὴν Νομικὴ σχολὴ γιὰ νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικά στὴν λογοτεχνία. Ἐξέδωσε περισσότερες ἀπὸ 15 ποιητικὲς συλλογὲς καὶ ἀρκετὰ πεζὰ ἔργα. Στὰ ἔργα του ἐξυμνεῖ ὅσο λίγοι τὴν ἀγάπη, τὴν εἰρήνη, τὸν ἀνθρωπισμὸ καὶ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα. Τιμήθηκε μεταξύ ἄλλων, τρεῖς φορὲς μὲ τὸ Πρῶτο Κρατικὸ Βραβεῖο Ποίησης, καθώς καὶ μὲ τὸ Ἀριστεῖο Γραμμάτων ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν (1982), τῆς ὁποίας ἔγινε μέλος τὸ 1989. Πέθανε στὴν Ἀθήνα τὸ 1991.

 

Κύρια ἔργα: Κατεβαίνονταs στὴ σιγὴ τῶν αἰώνων (1933), Εἰκόνες ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα (1939), Ἡ ἡρωϊκή συμφωνία (1944), Ἡ παραμυθένια πολιτεία (1947), Τὸ βιβλίο τῆς Μαργαρίτας (1949), Ὁ Ταῢγετος καὶ ἡ σιωπή (1949), Δύο ἄνθρωποι μιλοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου (1949), Στὸν Ρόμπερτ Ὀπενχάϊμερ (1954), Ἡ μητέρα μου στὴν ἐκκλησία (1957), Βασιλική Δρῦς (1958), Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο κόσμους (1958), Τὸ βάθος τοῦ κόσμου (1961), Ἐκλογὴ (1966), Ὀδύνη (1969), Ὁδοιπορία (1972), Διαμαρτυρία (1974), Τὸ Ἀπογευματινό Ἡλιοτρόπιο (1976), Ὁ Προμηθέας ἢ τὸ παιχνίδι μιᾶς μέρας (1979), Λειτουργία κάτω ἀπ᾿ τὴν Ἀκρόπολη (1981), Τὰ ποιήματα (1981), Ὁ διακεκριμένος πλανήτης (1983), Συνάντηση μὲ τὴ θάλασσα (1991).

 

Ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991), γράφει ὁ Μιχαὴλ Περάνθης, εἶναι «Ποιητὴς τῆς ἐλεύθερης φαντασίας, ἀφήνεται σὲ λυρικὲς ὀνειροπολήσεις, ἄλλοτε στοὺς κανόνες τῆς μετρικῆς καί, συχνότερα, σὲ ρυθμικὴ διαδοχὴ στίχων. Ἰδιοσυγκρασία εὐαίσθητη, φύση συναισθηματικὴ καὶ γνησίως λυρική, τυλίγει τὰ γραπτά του μὲ μιὰ διάχυση τρυφερότητας, δινοντὰς τοὺς τὸ ἅπλωμα, τὸ γύρισμα καὶ τὴν ἐλαστικότητα τῆς φαντασίας του».

 

εργα:

 

Ὁ πράσινος κῆπος

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση

Οἱ μουσικοὶ ἀριθμοί

Ἕνας μικρότερος κόσμος

A smaller world

Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα

Τhe Greek language

Ὁ ἀγρὸς τῶν λέξεων

Τhe field of words

Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση Κύριε

Μιὰ μυγδαλιὰ καὶ δίπλα της...

Ἡ βρύση τοῦ πουλιοῦ

Εἰρήνη εἶναι ὅταν...

Διεθνὴς Παιδούπολη Πεσταλότσι

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια

Ἐπιστροφή

Σοῦ στήνω μία καλύβα

Ἐπιστροφὴ στὸ βουνό

Δίχως ἐσέ

Τὸ παιδὶ μὲ τὴ φυσαρμόνικα

Ἐλεγεῖο πάνω στὸν τάφο ἑνὸς μικροῦ ἀγωνιστῆ

Γαλήνη

Γράμμα

Ἀνάμνηση ἀπ᾿ τὸν Ταΰγετο

Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές...

Γράμμα στὸν ἄνθρωπο τῆς πατρίδας μου

Πλούμιτσα

Πικραμένος ἀναχωρητής

Μεταρσίωση

Φιλοσοφία τῶν λουλουδιῶν, τρία ποιήματα

Ποιήματα γιὰ τὸ ἴδιο βουνό

Οἱ μικροὶ γαλαξίες

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα

Μὲς τὴ διαφάνεια τοῦ πρωινοῦ

Τὰ δεκατέσσερα παιδιά

Τὸ καθαρότερο πράγμα τῆς δημιουργίας

Δίχως πανί

Δειλινά

Κάτω ἀπὸ σκιὲς καὶ φῶτα

Αὐτοβιογραφία

Αὐτοβιογραφία (Ἀποσπάσματα)

Μὴν ἀγγίζετε

Ἀπόκριση στὸν ποιητὴ Θ. Παπαθανασόπουλο

Τὸ παιδὶ μὲ τὴ σάλπιγγα

 

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ (1899 - 1944)

Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου) γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, γιος του σχολάρχη Γεωργίου Ιωάννου και της Ειρήνης Βλάχου. Είχε ένα μικρότερο αδερφό το Χρήστο. Το 1899 η οικογένειά του ήρθε στην Αθήνα και το 1906 μετακόμισε στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τέλειωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το 1907 έγινε συνδρομητής στη Διάπλαση των Παίδων, όπου πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία έντεκα μόλις ετών, στη στήλη της αλληλογραφίας. Τον ίδιο χρόνο πραγματοποίησε και τα δυο μοναδικά ταξίδια της ζωής του, ένα στην Κάρυστο και ένα στη Χαλκίδα. Από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών της Διάπλασης με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Η πρώτη του ποιητική δημοσίευση ήταν ο Βράχος. Το 1912 γράφτηκε στο Γυμνάσιο στην Αθήνα, μένοντας στο σπίτι της αδερφής της μητέρας του Αριστέας Βλάχου ως το 1925 που η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Μετά το θάνατο της θείας του ο Άγρας κράτησε το μικρό σπίτι της ως ερημητήριο. Η συνεργασία του με τη Διάπλαση των Παίδων συνεχίστηκε συστηματικά και ο συνολικός όγκος των νεανικών δημοσιευμάτων του υπήρξε πολύ μεγάλος. Το 1914 ο Ξενόπουλος σχεδίαζε να κάνει τον Άγρα τακτικό συνεργάτη του περιοδικού, τα σχέδιά του αναβλήθηκαν όμως με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (πραγματοποιήθηκαν τελικά το 1916). Το 1916 τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (αποφοίτησε το 1923). Η πρώτη επίσημη παρουσία του στις στήλες της Διάπλασης σημειώθηκε το Μάη του ίδιου χρόνου με το πεζογράφημα Αποχαιρετισμός. Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά Λύρα, Βωμός, Νέοι κ.α. Το 1918 βραβεύτηκε στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό και στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Λονδίνου Εσπερία. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου και εξέδωσε τη μετάφραση των Στροφών του Jean Moreas, ενώ το 1926 πραγματοποίησε και δεύτερη έκδοση μεταφράσεων από το έργο του Moreas με μια μελέτη για την ποίηση του γαλλόφωνου έλληνα ποιητή και μια για τη λογοτεχνική μετάφραση. Από το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου παρέμεινε ως το θάνατό του. Έγραφε στη Νέα Εστία από τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της και έγινε γρήγορα αρχισυντάκτης της (παραιτήθηκε από την αρχισυνταξία το 1932 και το 1936 ανέλαβε τη στήλη της αλληλογραφίας), ενώ δημοσίευσε επίσης κείμενά του στα Γράμματα, τη Νέα Ζωή, την Αλεξανδρινή Τέχνη (και τα τρία περιοδικά της Αλεξάνδρειας), το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου και σε πολλά άλλα έντυπα. Το 1928 έγινε συνεργάτης της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, με τίτλο Τα βουκολικά και τα εγκώμια. Ακολούθησε (1939) η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Καθημερινές (1923-1930), που τιμήθηκε το 1940 με το Κρατικό Βραβείο ενώ τα Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας (1929-1944) εκδόθηκαν μόλις το 1966. Το 1938 πέθανε ο πατέρας του και ο Άγρας μετακόμισε με τη μητέρα του στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Οι κακουχίες της γερμανικής κατοχής αποδυνάμωσαν περισσότερο την ήδη ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Τη μέρα της Απελευθέρωσης χτυπήθηκε από μια αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο. Μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό όπου πέθανε το Νοέμβρη του 1944. Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.α.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.α.) αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Οδυσσέας Ελύτης

Ο Οδυσσέας Ελύτης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, γιος του εργοστασιάρχη σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας Παναγιώτη Θ. Αλεπουδέλη και της Μαρίας το γένος Βρανά, που κατάγονταν από τη Μυτιλήνη. Είχε τέσσερις αδερφούς και μια αδερφή τη Μυρσίνη, που πέθανε σε ηλικία είκοσι χρόνων το 1918. Το 1914 το εργοστάσιο μεταφέρθηκε στον Πειραιά και η οικογένεια Αλεπουδέλη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Λόγω της πολιτικής τοποθέτησής του υπέρ του Βενιζέλου, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης φυλακίστηκε και η οικογένειά του διώχτηκε (1920). Ο Οδυσσέας φοίτησε στο ιδιωτικό λύκειο Δ.Ν.Μακρή (1917-1924) με δασκάλους μεταξύ άλλων τους Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Ι.Θ. Κακριδή και Γιάννη Αποστολάκη. Σε παιδική και νεανική ηλικία ταξίδεψε στην Ελλάδα (κυρίως στα νησιά του Αιγαίου) και την Ευρώπη. Το 1924 γράφτηκε στο Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων στην Αθήνα (από όπου αποφοίτησε το 1928) και άρχισε να γράφει στη Διάπλαση των Παίδων. Το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου πέθανε ο πατέρας του από πνευμονία. Από το 1927 ξεκίνησε το εντεινόμενο ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία. Το 1929 θεωρείται ως ορόσημο στη ζωή του Ελύτη. Τότε ήρθε σε επαφή με τον Υπερρεαλισμό, μέσω της ποίησης του Λόρκα και του Ελυάρ και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1933 έγινε μέλος της Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου, μαζί με τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Π.Κανελλόπουλο, Θεόδωρο Συκουτρή και άλλους. Το 1935 ταξίδεψε στη Μυτιλήνη μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, όπου γνώρισε τη ζωγραφική του Θεόφιλου. Γνωρίστηκε επίσης με τους Κ.Γ.Κατσίμπαλη, Γιώργο Σεφέρη, Γιώργο Θεοτοκά και Α.Καραντώνη, ιδρυτές των Νέων Γραμμάτων, όπου πρωτοδημοσίευσε ποιήματα με το ψευδώνυμο Ελύτης. Το 1936 γνωρίστηκε με τον μετέπειτα στενό φίλο του Νίκο Γκάτσο και στο τέλος του χρόνου κατατάχτηκε στο στρατό, στη σχολή εφέδρων αξιωματικών της Κέρκυρας. Στα τέλη του 1937 μετατέθηκε στην Αθήνα και απολύθηκε το 1938. Το 1940 κατατάχθηκε στη Βόρειο Ήπειρο. Ένα χρόνο αργότερα κινδύνεψε να πεθάνει από κοιλιακό τύφο και γύρισε στην Αθήνα. Το 1945 διορίστηκε διευθυντής προγράμματος της νεοσύστατης τότε Ελληνικής Ραδιοφωνίας με εισήγηση του Γιώργου Σεφέρη (παραιτήθηκε ένα χρόνο αργότερα) και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέα Γράμματα και Αγγλοελληνική Επιθεώρηση. Από το 1948 ως το 1951 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, από όπου ταξίδεψε στην Ισπανία, την Ιταλία και την Αγγλία. Στο Λονδίνο γνωρίστηκε με το Mario Vitti και τον Pablo Picasso. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έγινε μέλος της Ομάδας των Δώδεκα (1952-1953), έγινε μέλος του Δ.Σ. του Θεάτρου Τέχνης(1953), του Ελληνικού Χοροδράματος (1955) και επαναδιορίστηκε στην Ελληνική Ραδιοφωνία (από το 1953 ως τη νέα παραίτησή του το 1954). Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης ως μεταφραστής. Το 1960 πέθαναν η μητέρα του και ο αδελφός του Κωνσταντίνος. Από το 1961 ταξίδεψε στην Αμερική, τη Σοβιετική Ένωση, τη Βουλγαρία. Το 1965 χρονολογείται και η έναρξη της ενασχόλησής του με τη ζωγραφική και το κολάζ. Μετά το πραξικόπημα του 1967 κατέφυγε στο Παρίσι (1969) και το 1970 ταξίδεψε για τέσσερις μήνες στην Κύπρο (στην Κύπρο ξαναπήγε το 1973). Το 1974 έγινε πρόεδρος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης. Πέθανε το Μάρτη του 1996 στην τελευταία του κατοικία στην οδό Σκουφά. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Οδυσσέα Ελύτη στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε το 1939 με την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του με τίτλο Προσανατολισμοί. Το 1942 δημοσίευσε το δοκίμιο Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου και το 1943 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή του Ήλιος ο Πρώτος. Ακολούθησαν μεταξύ άλλων το Άξιον Εστί (1959), οι Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό (1960), το Μονόγραμμα (στις Βρυξέλλες), το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά και ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971), η Σαπφώ και ο Μικρός Ναυτίλος (1984), τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991), και οι τελευταίες του συλλογές Δυτικά της λύπης και Ο κήπος με τις αυταπάτες (1995). Ο Οδυσσέας Ελύτης τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1960) , το Παράσημο Ταξίαρχου του Φοίνικος (1965), με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (1979), με το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής του Δήμου Αθηναίων (1982), με το βραβείο Μεσόγειος της Κοινότητας των Μεσογειακών Πανεπιστημίων (1988), με το Παράσημο του Ανώτατου Ταξίαρχου της Λεγεώνας της Τιμής στο Παρίσι (1989). Το 1972 αρνήθηκε βραβείο θεσπισμένο από τη δικτατορία και το 1977 αρνήθηκε την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού. Το 1987 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων της Ρώμης και της Αθήνας. Εκτός από το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν ο τόμος κριτικών κειμένων του Ανοιχτά χαρτιά (1974), ποιητικές και θεατρικές μεταφράσεις του, δοκίμια και πεζογραφήματα. Εικαστικά έργα του παρουσιάστηκαν το 1980 σε έκθεση με κολάζ του και τίτλο Συνεικόνες στην Αθήνα, το 1988 στο Beaubourg της Γαλλίας και το 1992 στο Μουσείο μοντέρνας Τέχνης της Άνδρου. Ο Οδυσσέας Ελύτης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στους κορυφαίους έλληνες ποιητές του αιώνα μας. Με την ποίησή του υπέταξε τα λεγόμενα ορθόδοξα σχήματα της λογοτεχνικής έκφρασης του υπερρεαλιστικού ρεύματος στην έκφραση της δια βίου πνευματικής αγωνίας του για τον ορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας σε σχέση με τη Δύση. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΚΙΠΗΣ

Σωτήρης Σκίπης

Ο Σωτήρης Σκίπης γεννήθηκε στη Λάρισα, γιος του Ευάγγελου Σκίπη, και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Λάρισσα. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1897 και το 1900 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τραγούδια της ορφανής που έγινε ευμενώς δεκτή από την κριτική της εποχής. Το 1904 συνεργάστηκε με τον Άριστο Καμπάνη στην έκδοση του περιοδικού Ακρίτας (1904-1906). Μετά το τέλος των γυμνασιακών του σπουδών ταξίδεψε στην Αίγυπτο την Κωνσταντινούπολη, τη Ρωσία και παρακολούθησε μαθήματα αισθητικής και λογοτεχνίας στο Παρίσι, όπου μπήκε στον κύκλο του Ζαν Μορεάς και συνδέθηκε φιλικά με τους Πολ Φορ και Φρειδερίκο Μυστράλ. Από τότε η ζωή του μοιράστηκε ανάμεσα στη Γαλλία και την Ελλάδα. Συνεργάστηκε με αθηναϊκές εφημερίδες (Σκριπ, Βραδυνή, Εστία κ.α.). Τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών (1922). Το 1928 ταξίδεψε στις Η.Π.Α., όπου έδωσε διαλέξεις και το 1929 διορίστηκε γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών. Το 1946 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Στην Αθήνα έμενε στην Καλλιθέα και στο σπίτι του συγκεντρώνονταν λογοτέχνες και διανοούμενοι που αποτέλεσαν τον κύκλο της Φιλολογικής Συντροφιάς της Καλλιθέας. Ο Σωτήρης Σκίπης πέθανε στην Προβηγκία της Γαλλίας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

Γιάννης Σκαρίμπας

Τα αυτοβιογραφικά σημειώματα του Σκαρίμπα αλληλοαναιρούνται ως προς τις πληροφορίες γύρω από τον τόπο και το χρόνο γέννησής του. Βάσει ερευνών μετά το θάνατο του λογοτέχνη ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε το 1893 στο Αίγιο της Αχαΐας, γιος του Ευθύμιου Σκαρίμπα και της Ανδρομάχης το γένος Λιάκου Σκαρτσίλα. Ο πατέρας του ήταν πληβείος, η μητέρα του όμως καταγόταν από αρχοντική γενιά και ήταν μορφωμένη. Είχε μια μικρότερη αδερφή την Καλλιόπη (γεν. το 1915) που ασχολήθηκε με την ποίηση. Το 1906 αποφοίτησε από το αλληλοδιδακτικό Δημοτικό σχολείο της Ιτέας. Μετά από παρακίνηση του δασκάλου του λόγω των υψηλών επιδόσεών του ο μικρός Γιάννης γράφτηκε στο Ελληνικό Σχολείο του Αιγίου, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του (τέλειωσε το 1908) και παράλληλα πήρε πτυχίο από τη μέση δασική σχολή της πόλης. Το 1912 εργάστηκε ως διευθυντής λογιστηρίου στο υποκατάστημα της γερμανικής εταιρείας Singer στην Πάτρα. Στο τέλος του επόμενου χρόνου στρατεύτηκε για να πολεμήσει στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, όπου πήρε το βαθμό του δεκανέα. Μετά την έκρηξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το τάγμα του Σκαρίμπα μεταφέρθηκε στο μακεδονικό μέτωπο. Εκεί διακρίθηκε και παρασημοφορήθηκε για ένα τραύμα στο σβέρκο. Τον Οκτώβρη του 1916 πήρε άδεια και επέστρεψε στην Αγία Ευθυμία. Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου απαλλάχτηκε των στρατιωτικών του καθηκόντων καθώς είχε πετύχει σε ένα διαγωνισμό τελωνοφυλάκων. Το 1919 τοποθετήθηκε στο τελωνείο της Χαλκίδας και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε την Ελένη Κεφαλινίτη (με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά) και μετά το γάμο του αποσπάστηκε στο τότε νεοσύστατο τελωνείο της Ερέτριας, όπου έμεινε ως το 1922. Μετά τη Μικρασιάτική καταστροφή επανήλθε στη Χαλκίδα, όπου και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ερέτρια ο Σκαρίμπας είχε ολοκληρώσει τα εννιά πρώτα διηγήματά του, ωστόσο η συνειδητή του ενασχόληση με τη λογοτεχνία χρονολογείται από την επιστροφή του στη Χαλκίδα. Τότε μελέτησε νεοελληνική ποίηση και δημοτικό τραγούδι, καθώς επίσης έργα των Έντγκαρ Άλαν Πόε, Κνουτ Χάμσουν, Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Χένρικ Ίψεν και Όσκαρ Ουάιλντ, που επηρέασαν το έργο του. Η πρώτη επίσημη εμφάνισή του στη λογοτεχνία σημειώθηκε το 1929 με τη δημοσίευση του διηγήματός του Στις πετροκολόνες στο λιμάνι και τη βράβευσή του στον πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Κώστα Μπαστιά Ελληνικά Γράμματα για το έργο του Καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από την κριτική επιτροπή (Μπαστιάς, Φώτης Κόντογλου, Κώστας Καρθαίος και Λέων Κουκούλας). Το 1930 εξέδωσε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Καϋμοί στο Γρυπονήσι. Στροφή στην μέχρι τότε πορεία του αποτέλεσε το επόμενο έργο που εξέδωσε (1932) με τίτλο Το θείο Τραγί και εμφανείς επιρροές από το γαλλικό σουρεαλισμό. Ακολούθησε ο Μαριάμπας που αντιμετωπίστηκε από την κριτική ως αριστούργημα και το 1938 τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ουλαλούμ. Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου δημοσίευσε άρθρα στην εφημερίδα της Χαλκίδας Εύριπος και στράφηκε με ενδιαφέρον προς το ελληνικό θέατρο σκιών. Στη γερμανική κατοχή κινδύνευσε να πεθάνει από την πείνα και το 1942 σημειώθηκε η πολύκροτη δίκη που κίνησε εναντίον του Αργύρη Βαλσαμά για συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς ο τελευταίος είχε ισχυρισθεί πως το θεατρικό έργο του Σκαρίμπα Η γυναίκα του Καίσαρος ήταν αποτέλεσμα αντιγραφής από το έργο του Σόμμερσετ Μωμ Το βαμμένο πέπλο. Στρατεύτηκε στο ΕΑΜ, ωστόσο δε διώχτηκε ούτε εξορίστηκε και το 1945 κυκλοφόρησε τη βραχύβια εφημερίδα Λευτεριά. Υποτονική ήταν η πολιτική του δραστηριότητα και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου αλλά και αργότερα στη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Η συγγραφική και εκδοτική του δραστηριότητα συνεχίστηκε ως τα τελευταία χρόνια της ζωής του με ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και μελέτες. Τιμήθηκε από την Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών (1964) και το Δήμο Χαλκιδέων (1978), καθώς και με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για το βιβλίο του Φυγή προς τα Εμπρός. Πέθανε στην τελευταία κατοικία του στην οδό Κομίνη 8 της Χαλκίδας και κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη. Ο Γιάννης Σκαρίμπας τοποθετείται χρονικά στη γενιά του τριάντα, αποτελεί ωστόσο μια μοναχική περίπτωση και αγνοήθηκε για πολλά χρόνια από τη φιλολογική επιστήμη στην Ελλάδα. Η πεζογραφική παραγωγή του χαρακτηρίζεται από την αναγωγή της γλώσσας σε κυρίαρχο στοιχείο της, μέσω της συστηματικής εξάρθρωσής της (τεχνική που παραπέμπει στο σουρεαλισμό) και την τοποθέτηση της πλοκής στο επίπεδο του προσχήματος, ενώ παράλληλα και συμπληρωματικά στην πρωτοποριακή γραφή του κινείται και το ποιητικό του έργο. Ο Σκαρίμπας υπήρξε ένας από τους εισηγητές του παράδοξου στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας αλλά και του θεάτρου (πολλοί μελετητές τον θεωρούν ως τον πρώτο έλληνα θεατρικό συγγραφέα του παραλόγου).

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΛΗΣ

Γεώργιος Δελής

Ο Γεώργιος Δελής γεννήθηκε στη Βραΐλα της Ρουμανίας. Το 1892 μετακόμισε με την οικογένειά του στη Βιέννη και φοίτησε στην εκεί Ιατρική Σχολή, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας και ασχολήθηκε με τη μουσική και την τέχνη γενικότερα. Στη Βιέννη συνδέθηκε φιλικά με τον νευρολόγο Κωνσταντίνο Οικονόμου, τον Απόστολο Δοξιάδη, τον Αντώνιο Χρηστομάνο, συμφοιτητή του στην Ιατρική και αργότερα καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς επίσης με τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο και το ζωγράφο Κωνσταντίνο Παρθένη, τον Μανώλη Καλομοίρη και τον Δημήτριο Καραχάλιο (Λάμπρο Αστέρη). Το 1897 πρωτοστάτησε σε διαδήλωση φοιτητών με αίτημα την ελευθερία των πατρίδων τους και στη συνέχεια εγκατέλειψε τις σπουδές του και επέστρεψε στην Ελλάδα για να καταταγεί εθελοντικά στον πόλεμο. Μετά την καταστροφή της Ελλάδος γύρισε για κάποια χρόνια στη Βιέννη, όπου άσκησε το ιατρικό λειτούργημα και το 1908 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Πήρε μέρος στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ως έφεδρος γιατρός στο πολεμικό Ναυτικό. Το 1921 εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Απάνεμα βράδια, γνωστός ωστόσο έγινε με τη συλλογή Τα σύννεφα στο γέρμα, που τιμήθηκε με το Λαμπρίκειο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1929, μετά από εισήγηση του Κωστή Παλαμά. Τιμήθηκε επίσης με το Βραβείο Παλαμά (1944 για τη συλλογή Αλλοτινά κι αλλόκοσμα).

ΕΙΡΗΝΗ ΔΕΝΤΡΙΝΟΥ

 

Ειρήνη Δεντρινού

Η Ειρήνη Δενδρινού γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Πατέρας της ήταν ο Γεώργιος Ζαβιτσιάνος και η μητέρα της καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια Βούλγαρη. Μαθήτρια του Γεώργιου Καλοσγούρου, έδειξε από νεαρή ηλικία έντονο ενδιαφέρον για τα γράμματα. Ήδη το 1890 δημοσίευσε κείμενά της σε κερκυραϊκά έντυπα και την ίδια περίοδο επηρεάστηκε από τη γλωσσική θεωρία του Γιάννη Ψυχάρη. Σταθμός στη ζωή της στάθηκε η γνωριμία της το 1903 με τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη, μέσω του οποίου ήρθε σε επαφή με το σοσιαλισμό, το φεμινισμό και τις ευρωπαϊκές φιλοσοφικές ιδέες της εποχής. Παντρεύτηκε τον πολιτικό Δενδρινό. Πραγματοποίησε διαλέξεις για τη δημοτική γλώσσα, το έργο του Διονυσίου Σολωμού, του Μαρίνου Σιγούρου, του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, του Γεράσιμου Μαρκορά, του Λορέντζου Μαβίλη και άλλα θέματα. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη διάλεξή της Το φιλί στη δημοτική μας ποίηση, ενώ σημαντικότατες υπήρξαν οι διαλέξεις της για τους συγγραφείς της Κερκυραϊκής Σχολής. Μέλος της εκδοτικής ομάδας της Κερκυραϊκής Ανθολογίας, συνεργάστηκε επίσης με το Νουμά, τη Νέα Εστία, την Ιόνιο Ανθολογία και άλλα έντυπα. Το 1916 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή που είχε τίτλο Σονέττα. Μεταξύ άλλων κυκλοφόρησε επίσης τα πεζογραφήματα Πετακτές κουβέντες και Από τον κόσμο του σαλονιού και τα παιδικά Ο ξένος και η μικρή μου φίλη και Η γιαγιά με τα εννιά εγγονάκια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της έζησε αποτραβηγμένη στο εξοχικό σπίτι της στη γενέτειρά της.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΣ

Στέφανος Κανέλλος

Γιατρός, ποιητής και συγγραφέας πολλών επιστημονικών και φιλολογικών εργασιών, ο Στ.Κανέλος διετέλεσε συνεργάτης του Ερμή του Λόγιου και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ασχολήθηκε με την εξάσκηση της ιατρικής, τη διδασκαλία, ενώ συμμετείχε και στην Ελληνική Επανάσταση σε οργανωτικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο.

Γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου του 1792 στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του Ιωάννης  καταγόταν από τη Χίο, ενώ η μητέρα του ήταν Πολίτισσα. Ο Κανέλος πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του και διδάχθηκε τα εγκύκλια μαθήματα στη Μεγάλη Σχολή από τον τότε σχολάρχη Δωρόθεο Πρώιο.Το 1811 θα συμπεριληφθεί στην έκδοση των Λυρικών του Χριστόπουλου ένα φιλολογικό και λογοτεχνικό κείμενο, που περιείχε μεταξύ άλλων το λυρικό του ποίημα Προσφώνημα. Ο τελευταίος μαζί με τους Γρ. Κωνσταντά και τους αδελφούς Μουρούζη άνηκε στον κύκλο των λογίων στον οποίο είχε ήδη ενταχθεί ο νεαρός τότε Κανέλος.

Το 1812 όντας 20 ετών θα μεταβεί στη Γερμανία με σκοπό να σπουδάσει ιατρική. Στα 1815 η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης του χορηγεί -κατ’ εξαίρεσιν- τριετή υποτροφία. Θα λάβει το διδακτορικό του δίπλωμα από το πανεπιστήμιο του Würzburg τον Φεβρουάριο του 1817 έχοντας ολοκληρώσει μια διατριβή με θέμα τη νεκροφάνεια. Πρόκειται να συνεχίσει τις σπουδές του για δύο ακόμη χρόνια στο Παρίσι. Καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό παρακολουθούσε -παράλληλα με την ιατρική- και μαθήματα φυσικής, μαθηματικών και φιλοσοφίας.

Στα 1819 και έχοντας ολοκληρώσει την περιήγησή του στα δυτικά πανεπιστήμια θα επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολή με σκοπό να εργαστεί ως γιατρός, ενώ τον επόμενο χρόνο θα βρεθεί στο Βουκουρέστι. Εκεί αναλαμβάνει τη διδασκαλία της φυσικής ιστορίας στο ελληνικό Λύκειο, όπου εργάζονταν επίσης οι Κ. Βαρδαλάχος και Γ. Γεννάδιος. Όντας οπαδός της καθομιλουμένης γλώσσας δεν διστάζει να προβεί σε καινοτομίες εισάγοντάς την από κοινού το πείραμα και άλλα εποπτικά μέσα στη διδασκαλία. Ο ίδιος θεωρεί την πνευματική καλλιέργεια των μαθητών και την ανάπτυξη των ευγενών φρονημάτων τους ως κύριο σκοπό της εκπαίδευσης. Θα παραμείνει στο Βουκουρέστι έως και το 1821, διάστημα στο οποίο μυείται στη Φιλική Εταιρία. Κάποιες πηγές, ωστόσο, τον φέρουν να έχει γίνει Φιλικός ένα χρόνο νωρίτερα, κατά τη διάρκεια δηλαδή της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη.

Με την έναρξη της επανάστασης στη Βλαχία θα προσχωρήσει στο στρατό του Υψηλάντη και σύντομα θα αναλάβει την παράδοση επιστολών καθώς και την προφορική παρουσίαση των θέσεων του κινήματος στους μονάρχες της Ρωσίας και της Γερμανίας. Μετά την καταστολή της επανάστασης θα παραμείνει στο εξωτερικό όπου επισκέπτεται αρκετές πόλεις μεταξύ των οποίων η Δρέσδη, το Μόναχο και η Χαϊδελβέργη. Κατά τη διαμονή του στη Γερμανία θα έλθει σε επαφή με τον φιλέλληνα Thiersch, και τον ιστοριογράφο Ίκεν, ενώ στη Χαϊδελβέργη θα συναντήσει τους φίλους του γιατρούς Chelius και Nögele για να παρακολουθήσει παραδόσεις τους και να επισκεφθεί μαζί τους νοσοκομεία της πόλης. Τελευταίος σταθμός του θα είναι το Παρίσι πριν επιστρέψει στον ελλαδικό χώρο τον Ιούνιο του 1822.

Πολύ σύντομα θα εμπλακεί στα στρατιωτικά και πολιτικά ζητήματα της Επανάστασης. Φέρεται να συμμετάσχει στις πολεμικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο με την ιδιότητα του γιατρού, ενώ λίγο αργότερα παίρνει μέρος στην Β΄ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος. Εκεί, τον Απρίλιο του 1823, μαζί με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον γιατρό Γεώργιο Γλαράκη θα διατελέσει μέλος επιτροπής που σκοπό είχε την επεξεργασία του Καταστατικού Νόμου του Κράτους. Έχοντας διαβλέψει την ανάγκη νομοθετικής οργάνωσης του υπό εξέγερση έθνους μελετούσε ήδη από το 1820 τα πολιτεύματα ξένων χωρών. Για το σκοπό αυτό παρακίνησε τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη να προμηθευτεί τα Πρακτικά των συνελεύσεων της Γαλλικής Επανάστασης.

Το 1823 θα βρεθεί και στην Ύδρα, όπου -κατόπιν δικής του παραίνεσης και πρωτοβουλίας- πρόκειται να ιδρυθεί τυπογραφείο από τους Τομπάζηδες. Εκεί, θα εκδώσει το έργο Βιβλιαράκι κατ’ ερωταπόκρισιν περί λογής λογίων πραγμάτων αναγκαίον μάλιστα εις την πατρίδαν των Γερμανών, δι’ όλους τους γερμανούς πολίτας και χωριανούς, ένα εκλαϊκευτικό κείμενο πολιτικού περιεχομένου που είχε μεταφράσει ο ίδιος. Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς κι έπειτα από συστατική επιστολή του Κοραή, θα προσληφθεί από τον αρμοστή της Κρήτης Μανώλη Τομπάζη. Έχοντας αναλάβει καθήκοντα συμβούλου θα ακολουθήσει τον τελευταίο στο νησί, όπου πρόκειται να συντάξει ένα είδος τοπικού συντάγματος, με τίτλο Οργανισμοί της Κρήτης. Παράλληλα προσφέρει τις υπηρεσίες του ως γιατρός ενάντια στην επιδημία της πανούκλας που είχε πλήξει την περιοχή. Θα πεθάνει εκεί -έχοντας προσβληθεί από τη νόσο- τον Ιούλιο του 1823 σε ηλικία 31 ετών.

Ο Σ. Κανέλος συνέγραψε πολλές επιστημονικές και φιλολογικές μελέτες καθώς και μεγάλο αριθμό ποιημάτων πατριωτικού κυρίως χαρακτήρα. Ο ίδιος θα γίνει ευρύτερα γνωστός στον κύκλο των μορφωμένων Ελλήνων όταν από το 1817 αρχίζει τη συνεργασία του με το περιοδικό Ερμής ο Λόγιος. Σε αυτό πρόκειται να δημοσιεύσει τα επόμενα χρόνια ποικίλα άρθρα αναφορικά με τις φυσικές επιστήμες, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, τη φιλολογία κ.α. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη μετάφραση της μελέτης του Ολλανδού Capelle σχετικά με τα φλογιστικά κάτοπτρα του Αρχιμήδη (1817) καθώς και την κριτική του στο Σύνταγμα Φιλοσοφίας του Κωνσταντίνου Κούμα, την οποία εκπόνησε σε συνεργασία με τον Αθ. Βογορίδη (1818).

Τους πρώτους μήνες του 1822 έγραψε στον φίλο του Ίκεν δέκα επιστολές με θέμα την πολιτισμική και πνευματική κατάσταση στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Εκεί αναφερόταν μεταξύ άλλων στα σημαντικότερα -κατά τη γνώμη του- σχολεία, τους διδασκάλους και συγγραφείς της περιόδου της Τουρκοκρατίας, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο που συνέβαλλε στην πρόοδο της παιδείας κατά το διάστημα αυτό. Ο Ίκεν αφού μετέφρασε στα γερμανικά και επεξεργάστηκε τις επιστολές αυτές, τις εξέδωσε στο δίτομο έργο του Λευκοθέα, που τυπώθηκε στη Λειψία το 1825.

Ένα μεγάλο τμήμα της συγγραφικής παραγωγής του Κανέλου αποτελούν τα πατριωτικά ποιήματά του, πολλά από τα οποία μελοποίησε ο ίδιος. Μεταξύ αυτών είναι ο Θούριος, που γράφει το 1820 στην Κωνσταντινούπολη, για να ακολουθήσουν τον επόμενο χρόνο η Προτροπή και οι Νουθεσίες. Μετά την καταστολή της επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες θα συνθέσει το Παράπονα και εντολές στον ποταμό Ιζάρ, ενώ αργότερα θα γράψει ποιήματα υπέρ της ελληνικής επανάστασης. Η ποιητική του συλλογή Χρυσά Έπη, την οποία σκόπευε να κυκλοφορήσει το 1823 στην Ύδρα, δυστυχώς δεν διασώθηκε.

 

http://www.lib.uoa.gr

 

 

ΑΓΓΕΛΟΣ ΔΟΞΑΣ

Άγγελος Δόξας

Ο Άγγελος Δόξας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Νικολάου Δρακουλίδη) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αποφοίτησε από τη Νομική και την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις ιατρικές σπουδές του στη Βιέννη και το Παρίσι. Στο Παρίσι παρακολούθησε και μαθήματα στην εκεί Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική και ασχολήθηκε με την ψυχανάλυση. Δημοσίευσε ιατρικά και ψυχολογικά δοκίμια και μελέτες και πήρε μέρος σε πολλά διεθνή ιατρικά συνέδρια. Πρόεδρος της Ελληνικής Αντιαφροδισιακής Εταιρείας (1935) και ιδρυτής της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχοβιολογίας (1950), ο Δόξας ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία ήδη από νεαρή ηλικία. To 1915 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, που είχε τίτλο Άσπρες νύχτες. Το 1927 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Σπονδή στον άνεμο με πρόλογο του Κωστή Παλαμά. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία, το θέατρο, το χρονογράφημα, τη λογοτεχνική μελέτη, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, το δοκίμιο και τη μετάφραση, από έργα των αρχαίων ελλήνων λυρικών, του Χάινε, ρώσων ποιητών κ.α. Το σύνολο του λογοτεχνικού έργου του Δόξα κυριαρχείται από το πνεύμα του κοσμοπολιτισμού και του ερωτισμού. Πέθανε στην Αθήνα.

ΕΚΤΩΡΑΣ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

Έκτωρ Κακναβάτος

Ο Έκτωρ Κακναβάτος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Κοντογιώργη) γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε μαθηματικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών (1937-1941) και εργάστηκε ως καθηγητής στην ιδιωτική εκπαίδευση. Διετέλεσε σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας και αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων. Την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποίησε το 1943 με την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής που είχε τίτλο Fuga. Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης (1983 για τη συλλογή του In Perpetuum). Ο Έκτωρ Κακναβάτος τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά των ελλήνων ποιητών. Το έργο του κινείται στα άκρα του υπερρεαλισμού με έντονη επεξεργασία της ηχητικής διάστασης του λόγου και αμείωτη ορμητικότητα που αγγίζει συχνά τα όρια της επιθετικότητας.

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Νίκος Εγγονόπουλος

Ο Νίκος Εγγονόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας του καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού της εκεί, η οικογένεια Εγγονόπουλου αποκλείστηκε από το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το καλοκαίρι του 1914. Ο Εγγονόπουλος πέρασε τα μαθητικά του χρόνια (1919-1927) εσωτερικός σε σχολείο του Παρισιού. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1927 για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού. Απολύθηκε το 1928 και εργάστηκε ως το 1930 ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα σε νυχτερινό Γυμνάσιο. Από το 1930 ως το 1933 εργάστηκε ως σχεδιαστής στη διεύθυνση Σχεδίων Πόλεως του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Στο μεταξύ (1932) γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ παράλληλα φοίτησε στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και γνωρίστηκε με το Γιάννη Τσαρούχη και τον Δημήτρη Πικιώνη. Το 1934 μετατέθηκε στην Τοπογραφική υπηρεσία του Υπουργείου και ένα χρόνο αργότερα μονιμοποιήθηκε. Το 1941 πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς σε στρατόπεδο εργασίας, από όπου δραπέτευσε και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια. Το 1945 αποσπάστηκε ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου, όπου το 1956 έγινε μόνιμος επιμελητής και εγκατέλειψε τη θέση του στο Υπουργείο. Ένα χρόνο αργότερα διορίστηκε επιμελητής της έδρας Γενικής Ιστορίας της Τέχνης. Το 1964 παραιτήθηκε από το Πολυτεχνείο, επέστρεψε όμως τρία χρόνια αργότερα, καθώς εκλέχτηκε έκτακτος μόνιμος καθηγητής στην έδρα Ελευθέρου Σχεδίου και το 1969 τακτικός καθηγητής στην έδρα Ελευθέρου Σχεδίου και εντεταλμένος στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης. Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία έληξε το 1973, όταν συμπλήρωσε το όριο ηλικίας και αποχώρησε από το Πολυτεχνείο, όπου το 1976 ανακηρύχτηκε ομότιμος καθηγητής. Παντρεύτηκε δυο φορές, το 1950 τη Νέλλη Ανδρικοπούλου με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Πάνο, και το 1960 την Ελένη Τσιόκου, με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Εριέττη. Ο Νίκος Εγγονόπουλος υπήρξε λογοτέχνης, μεταφραστής, ζωγράφος, αγιογράφος και σκηνογράφος. Η πρώτη του εμφάνιση στον καλλιτεχνικό χώρο πραγματοποιήθηκε το 1938 με την παρουσίαση ζωγραφικών έργων του στα πλαίσια της έκθεσης Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε στίχους του στο περιοδικό Κύκλος του Απόστολου Μελαχρινού και εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, ενώ συνεργάστηκε ως σκηνογράφος στην παράσταση του έργου του Πλαύτου Μένεχμοι στο θέατρο Κοτοπούλη. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές Κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939), Επιστροφή των πουλιών (1946), Έλευσις (1948), Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω (1956) [για την οποία τιμήθηκε το 1958 με το Πρώτο Βραβείο Ποιήσεως του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας], Η Κοιλάδα με τους ροδώνες (1978). Δημοσίευσε ποιήματα, θεωρητικά κείμενα και μεταφράσεις (από ποιήματα των Μαγιακόφσκι, Λωτρεαμόν, Λόρκα, Μπωντλαίρ, ντε Κίρικο, Πικάσσο, Τζαρά) στα περιοδικά της εποχής (Νέα Γράμματα, Τετράδιο, Κύκλος, Υπερρεαλισμός, Ο Ταχυδρόμος, Πάλι, Ευθύνη, Ζυγός, Σπείρα, Cahiers du sud, London magazine, Manna κ.α.), πήρε μέρος σε εκθέσεις ζωγραφικής στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Ρώμη, Οττάβα, Μόντρεαλ, Βανκούβερ, Βρυξέλλες, Σαν Πάολο κ.α.) και συνεργάστηκε σε πολλές θεατρικές παραστάσεις ως σκηνογράφος (του Εθνικού Θεάτρου, του Κρατικού θεάτρου Βορείου Ελλάδος, του θεάτρου Κοτοπούλη κ.α.). Το 1979 τιμήθηκε για δεύτερη φορά με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως, ενώ για το ζωγραφικό του έργο είχε τιμηθεί με το παράσημο Χρυσούς Σταυρός του Γεωργίου του Α’ (1966).Τιμήθηκε επίσης με το Παράσημο Ταξίαρχου του Φοίνικος. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά ουγγρικά και μελοποιήθηκαν από το Νίκο Μαμαγκάκη, τον Αργύρη Κουνάδη, το Μάνο Χατζιδάκι. Ο Νίκος Εγγονόπουλος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε συνθήκες οικονομικής ανέχειας. Πέθανε το 1985 από ανακοπή καρδιάς. Είχε προηγουμένως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση που του στοίχισε το ένα του πόδι. Η καλλιτεχνική δημιουργία του Νίκου Εγγονόπουλου τοποθετείται στην πρωτοπορία του ελληνικού υπερρεαλισμού, στα πλαίσια της οποίας έδρασε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του αποτέλεσαν η ιδιότυπη χρήση της δημοτικής γλώσσας και οι συμβολικές μορφές του, μέσω των οποίων πρόβαλε το αίτημα για μια ελληνοκεντρική υπερρεαλιστική ποίηση και μια νέα έκφραση της ελληνικότητας.

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Nίκος Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου. Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων ο Καρούζος έδρασε στην ΕΠΟΝ και εξορίστηκε στην Ικαρία (1947) και στη Μακρόνησο (1951), από όπου έφυγε τελικά το 1953 μετά από νευρικό κλονισμό. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε λίγους μόλις μήνες και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του τον συντρόφεψε η Εύα Μπέη. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, δεν ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του, καθώς ήδη από το 1941 είχε στραφεί στην ποίηση. Το 1949 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με τη δημοσίευση του ποιήματός του Σίμων ο Κυρηναίος στο περιοδικό Ο Αιώνας μας. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Η επιστροφή του Χριστού εκδόθηκε το 1954. Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε πιο γνωστός στη δεκαετία του ’60 με τις συλλογές Η έλαφος των άστρων, Ο υπνόσακκος και Πενθήματα. Ακολούθησαν πολλές ακόμη συλλογές και συγκεντρωτικές εκδόσεις των ποιημάτων του ως τη συγγραφή του τελευταίου του ποιητικού έργου Αιώρηση, γραμμένου στις 29 Αυγούστου 1990 στο νοσοκομείο Υγεία, όπου ο ποιητής νοσηλευόταν τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, άρρωστος από καρκίνο, και πέθανε. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά όπως Νέα Εστία, Αθηναϊκά Γράμματα, Ευθύνη, Σπείρα, Τομές, η Λέξη. Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963), το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1963), το Α΄ Εθνικό Βραβείο Ποίησης, από κοινού με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και Μίλτο Σαχτούρη (1972) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ

Στράτης Μυριβήλης

Από τους σημαντικότερους πεζογράφους μας, ο Στράτης Μυριβήλης ανήκει στη γενιά του ’30, αν και μεγαλύτερης ηλικίας. Γεννήθηκε ως Ευστράτιος Σταματόπουλος στις 30 Ιουνίου 1892 στην τουρκοκρατούμενη Συκαμιά της Λέσβου. Μέτριος μαθητής, στο δημοτικό αποφοιτά το 1909 από το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Από τα μαθητικά του χρόνια έρχεται σε επαφή με σημαντικά κείμενα του δημοτικισμού, που διαμορφώνουν τη λογοτεχνική και γλωσσική του συνείδηση. Κείμενά του δημοσιεύονται ήδη σε περιοδικά της Σμύρνης και της Μυτιλήνης.

Το 1912 τον βρίσκουμε να φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, εργαζόμενος συγχρόνως ως δημοσιογράφος. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς διακόπτει τις σπουδές του και κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό. Λαμβάνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, τραυματίζεται στη μάχη του Κιλκίς το 1913 και επιστρέφει στην Αθήνα. Η Λέσβος είναι ήδη απελευθερωμένη από τον τουρκικό ζυγό και ο Μυριβήλης αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος. Το 1915 κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων «Κόκκινες Ιστορίες».

Το 1917, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στρατεύεται εκ νέου και λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις στη Μακεδονία. Εκεί αρχίζει να γράφει το αριστούργημά του «Η Ζωή εν Τάφω». Το 1920 παντρεύεται την προσφυγοπούλα Ελένη Δημητρίου και αποκτούν τρία παιδιά. Λαμβάνει μέρος και στη Μικρασιατική Εκστρατεία και μετά την καταστροφή επιστρέφει δια μέσου Θράκης στη Μυτιλήνη. Θα παραμείνει στο νησί ως το 1932, οπότε επιστρέφει στην Αθήνα. Κύρια επαγγελματική του απασχόληση όλο αυτό το διάστημα παραμένει η δημοσιογραφία.

Το 1924 δημοσιεύει σε πρώτη έκδοση το «Η Ζωή εν τάφω», το οποίο θα γίνει γνωστό και θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία στη δεύτερη έκδοσή του το 1930, όταν θα λάβει την οριστική μορφή του. Πρόκειται για ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα με τη μορφή ημερολογίου, επικό, ρεαλιστικό, αλλά και λυρικό. Κεντρικό πρόσωπο, ο φοιτητής - λοχίας Αντώνης Κωστούλας, που καταγράφει στο ημερολόγιό του, όχι την ηρωική, αλλά τη φρικτή πραγματικότητα του πολέμου.

Ακολούθησε ένα ακόμη σπουδαίο μυθιστόρημά του, «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (1933), που μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον Κώστα Αριστόπουλο το 1978. Η ατμόσφαιρα του πολέμου είναι κι εδώ παρούσα, καθώς ο ήρωας επιστρέφει από τον πόλεμο στη Μυτιλήνη, όπου βασανίζεται ανάμεσα στο σεβασμό προς τη μνήμη του σκοτωμένου φίλου του και στον έρωτα που αισθάνεται για τη χήρα εκείνου.

Το 1938 ο Μυριβήλης διορίζεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, ενώ από το 1946 έως το 1950 είναι διευθυντής προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Το 1958 εκλέγεται τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Εξακολουθεί με εντατικούς ρυθμούς τη λογοτεχνική του παραγωγή με μια σειρά από διηγήματα, τα οποία συγκέντρωνε σε βιβλία, χαρακτηρίζοντάς τα κάθε φορά και με διαφορετικό χρώμα: «Το πράσινο βιβλίο» (1935), «Το γαλάζιο βιβλίο» (1939), «Το κόκκινο βιβλίο» (1952) και «Το βυσσινί βιβλίο» (1959).

Ένα από τα διηγήματα του «Γαλάζιου Βιβλίου» το επεξεργάστηκε περισσότερο για να προκύψει η θαυμάσια νουβέλα «Βασίλης ο Αρβανίτης» (1943). Είναι η ιστορία ενός λαϊκού ανθρώπου, γεμάτου ομορφιά και ζωική ορμή, που περιφρονεί τις κοινωνικές συμβάσεις. Ξεπερνά, όμως, το όριο και φθάνει στην «ύβρη» και μαζί στην καταστροφή. Με αρκετή καθυστέρηση, ο Μυριβήλης μας δίνει ένα ακόμη μυθιστόρημα το 1949, την «Παναγιά τη Γοργόνα», την ιστορία μερικών προσφύγων που εγκαθίστανται σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Μυτιλήνης.

Ο Στράτης Μυριβήλης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1949 και προτάθηκε τρεις φορές για το Νόμπελ. Η αγάπη για τη ζωή, για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον θα παραμείνει ο συνεκτικός ιστός της σκέψης του και ολόκληρου του έργου του. Η αντιπολεμική θεματολογία, το λυρικό και ποιητικό ύφος, η καλοδουλεμένη γλώσσα ενός μεγάλου τεχνίτη του λόγου, κατατάσσουν τον Μυριβήλη ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς μας. Πέθανε στις 19 Ιουλίου 1969, έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, σε ηλικία 78 ετών. Τα βιβλία του Στράτη Μυριβήλη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ».

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ

Λορέντζος Μαβίλης

Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1860, όπου υπηρετούσε τότε ο δικαστικός πατέρας του Παύλος με καταγωγή από την Ισπανία. Η μητέρα του, που καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια Δούσμανη, είχε περάσει μέρος της ζωής της κοντά στον αγροτικό πληθυσμό της Κέρκυρας και αγάπησε τη λαϊκή γλώσσα και τέχνη και την αγάπη αυτή μετέδωσε στον γιο της. Μεγάλη επίδραση στην προσωπικότητα του Μαβίλη άσκησε ο Ιάκωβος Πολυλάς, του οποίου υπήρξε φίλος και μαθητής. Μαθήτευσε στο εκπαιδευτήριο Καποδίστριας της Κέρκυρας και κατόπιν στο κερκυραϊκό γυμνάσιο, με καθηγητή τον Ιωάννη Ρωμανό, ο οποίος τον έκανε μέλος της Αναγνωστικής Εταιρείας. Μετά το γυμνάσιο έφυγε για την Αθήνα για πανεπιστημιακές σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή. Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε και η γνωριμία του με τον Χαρίλαο Τρικούπη, μέσω του Πολυλά. Το 1879 έφυγε για τη Γερμανία , όπου έμεινε για δεκατέσσερα χρόνια. Εκεί μελέτησε τους αρχαίους κλασικούς και έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά, καθώς επίσης Σανσκριτικά. Στη Γερμανία ο Μαβίλης ολοκλήρωσε τις σπουδές του και το 1890 πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το πανεπιστήμιο του Erlangen. Το 1893 επέστρεψε στην Κέρκυρα όπου εντάχτηκε στην Κερκυραϊκή Σχολή, συνδέθηκε δε ιδιαιτέρως με τον Κων/νο Θεοτόκη. Κατόπιν στρατεύτηκε και το 1896 έγινε μέλος της Εθνικής Εταιρείας . Το 1897 έφυγε για την Κρήτη προς ενίσχυση του εκεί επαναστατικού κινήματος και κατέληξε στην Ήπειρο επικεφαλής σώματος ανταρτών. Στις εκλογές του 1910 απέκτησε βουλευτικό αξίωμα με το κόμμα των Φιλελευθέρων και από αυτή τη θέση αγωνίστηκε για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Σημειώνεται επίσης ο ερωτικός δεσμός του Λορέντζου Μαβίλη με την ποιήτρια Μυρτιώτισσα (Θεώνη Δρακοπούλου). Το 1912 σε ηλικία πενήντα τριών ετών πήρε μέρος στην εκστρατεία της Ηπείρου και σκοτώθηκε στη μάχη του Δρίσκου. Στο έργο του Μαβίλη έντονη παρουσιάζεται η σολωμική επίδραση, κυρίως στη δημοτική γλώσσα του και στο κυρίαρχο πατριωτικό συναίσθημα. Επίδραση δέχτηκε επίσης από τις παραδόσεις του Φίχτε, τις οποίες παρακολούθησε στη Γερμανία, και από τη φιλοσοφία του Καντ. Από το πρωτότυπο έργο του γνωστότερα είναι τα σονέτα του, τα οποία χαρακτηρίζονται από πληρότητα μορφής, ενώ έγραψε και πολλές μεταφράσεις.Τα πιο γνωστά σονέτα του: Λήθη, Καλλιπάτειρα, Ελιά, Μούχρωμα. Στην ποίηση του Μαβίλη συναντώνται τα ρεύματα του γερμανικού συμβολισμού με το επίσης γερμανικής προέλευσης σοσιαλιστικό πνεύμα του και τη μεγάλη αγάπη του για την πατρίδα.

 

 

 

ΗΛΙΑΣ ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗΣ

Ηλίας Βουτιερίδης

Ο Ηλίας Βουτιερίδης γεννήθηκε στα Σουλινά της Ρουμανίας, καταγόταν όμως από τη Μεθώνη της Μεσσηνίας. Σε ηλικία τεσσάρων χρόνων εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Πάτρα και από το 1889 έμεινε στην Αθήνα, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή του. Αποφοίτησε από το τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πήρε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1897 και υποστήριξε την παράταξη του Ελευθέριου Βενιζέλου, αρχικά ως συνεργάτης του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια ως αρθρογράφος στην εφημερίδα Σκριπ. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και της μικρασιατικής εκστρατείας ήταν ανταποκριτής της εφημερίδας Πατρίς. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύσεις ποιημάτων στην εφημερίδα Νεολόγος του Σταύρου Βουτυρά και το 1900 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, που είχε τίτλο Σύννεφα, ενώ ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία, τη λογοτεχνική μετάφραση, το δοκίμιο και τη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Συνεργάτης του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου στη Νέα Σκηνή και καθηγητής στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου (1924-1930) και τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ο Βουτιερίδης έγραψε επίσης έργα για το θέατρο που ανεβάστηκαν στη σκηνή. Συνεργάστηκε επίσης με τον Δημήτρη Ταγκόπουλο στην εφημερίδα Νουμάς και εξέδωσε το περιοδικό Χρονικά που κυκλοφόρησε για ένα χρόνο (1911-1912). Πέθανε στην Αθήνα.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Ιωάννης Γρυπάρης

Ο Ιωάννης Γρυπάρης γεννήθηκε στη Σίφνο, από όπου καταγόταν και η οικογένειά του, πέρασε όμως τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και βιβλιοπώλης. Αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και το 1888 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να σπουδάσει φιλολογία. Το 1892 η συλλογή του Δειλινά, γραμμένη στη δημοτική απορρίφθηκε από την επιτροπή του Φιλαδέλφειου διαγωνισμού. Την ίδια χρονιά επέστρεψε για πέντε χρόνια στην Πόλη, όπου εργάστηκε ως ελληνοδιδάσκαλος και επιμελήθηκε (μαζί με την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου) της σύνταξης του περιοδικού Φιλολογική Ηχώ του Νίκου Φαληρέα. Στα δύο χρόνια της σύμπραξής του στην Φιλολογική Ηχώ (1896-1897) ο Γρυπάρης πέτυχε συνεργασίες ονομάτων όπως του Παλαμά, του Ψυχάρη, του Εφταλιώτη και άλλων, μετατρέποντας το άλλοτε άσημο περιοδικό σε όργανο των δημοτικιστών. Υπήρξε επίσης συνιδρυτής (από κοινού με τον Κώστα Χατζόπουλο και το Γιάννη Καμπύση) του σημαντικού λογοτεχνικού περιοδικού Η Τέχνη (1898), που υπήρξε πρωτοποριακό σε επίπεδο διεθνούς ενημέρωσης για τη λογοτεχνική κίνηση και άσκησε μεγάλη επίδραση στην ανανέωση του ελληνικού πνευματικού και καλλιτεχνικού τοπίου της εποχής. Το 1897 και ενώ είχε προηγηθεί η σφαγή των Αρμενίων από τις τουρκικές αρχές, ο Γρυπάρης κατέφυγε στην Αθήνα όπου πήρε τελικά το πτυχίο του στη φιλολογία. Από το 1897 και ως το 1911 εργάστηκε ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης σε νησιά του Αιγαίου, στην ΄Άμφισσα και το Αίγιο, ενώ το 1911 παντρεύτηκε και έφυγε με υποτροφία στην Ευρώπη (Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία) ως το 1914. Γυμνασιάρχης στο Γύθειο και το Μεσολόγγι (1914-1917), γενικός επιθεωρητής Μέσης Εκπαίδευσης στη Χαλκίδα (1917-1920) τμηματάρχης Γραμμάτων και Τεχνών στο Υπουργείο Παιδείας (από το 1923), συντάκτης του περιοδικού Εικονογραφημένη Ελλάς (1925) και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1930-1936), ο Γρυπάρης ανέπτυξε παράλληλα και λογοτεχνική δραστηριότητα, ποιητική και πεζογραφική. Το μοναδικό ποιητικό έργο του είναι η γραμμένη στη δημοτική συλλογή του Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919), στην οποία συγκέντρωσε ποιήματα που είχε νωρίτερα (1893 - 1909) δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, και για την οποία τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών. Στα ποιήματα του Γρυπάρη διακρίνονται επιδράσεις από τα ρεύματα του γαλλικού συμβολισμού και του παρνασσισμού. Το πεζό έργο του αποτελείται από χρονογραφήματα, κριτικά σημειώματα , άρθρα και κυρίως μεταφράσεις (όλα τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή και του Αισχύλου, οι Βάκχες του Ευριπίδη, αποσπάσματα των Πλάτωνα, Ομήρου, Βακχυλίδη, Πίνδαρου, Ηροδότου, Κάτουλλου, Οράτιου, καθώς και έργα των Γκαίτε, Σίλλερ, Χάινε, Ζολά, Χάμσουν, Σέλλεϋ και άλλων). Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στις μεταφράσεις του των αρχαίων τραγικών που αποτέλεσαν τη βάση της αναβίωσης του αρχαιοελληνικού δράματος στα πλαίσια των Δελφικών εορτών με την οργάνωση του Άγγελου Σικελιανού και εν συνεχεία από το Εθνικό Θέατρο.

 

 

 

 
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Όροι χρήσης: Για ό,τι ένσταση έχετε για τα κείμενα ή τις φωτογραφίες, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας.