Στο κλίμα των Ολυμπιακών Αγώνων

Όπως ήδη επισημάναμε, ο προσανατολισμός στον κλασικό αθλητισμό της αρχαιότητας ήταν εύλογος για το νεοσύστατο κράτος. Πολλές βιβλιογραφικές πηγές αναφέρονται στην πρωτοβουλία που πήρε ο Δήμος Λετρινών (Πύργου Ηλείας) στα 1837 για την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων. Ωστόσο, οι προσπάθειες - για τις οποίες δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες - δεν απέδωσαν. Σημειώνουμε, πάντως, ότι δεν έχει υπάρξει ουσιαστική έρευνα πάνω σε αυτό το θέμα. Συνεπώς, γεννάται εύλογα το ερώτημα μήπως η πληροφορία απλώς αναπαράγεται από συγγραφέα σε συγγραφέα. Ο Ιωάννης Χρυσάφης μαρτυρεί ότι επισκέφτηκε τις υπηρεσίες του Δήμου Πύργου σιην προσπάθειά του να εντοπίσει υλικό, αλλά η έρευνά του στο αρχείο δεν έφερε αποτέλεσμα. Αναφέρει μόνο τα ονόματα της επιτροπής που συστήθηκε στο δήμο Λετρινών, η οποία ανέλαβε την προετοιμασία και οργάνωση των Αγώνων.

Η συνέχεια δόθηκε στις Ολυμπιάδες, που διοργανώθηκαν στο Ζάππειο μετά το 1859, προϊόν της βούλησης του πάμπλουτου ομογενή Ευαγγέλλη Ζάππα. Η πρόταση του Ζάππα ήταν σαφώς προσανατολισμένη σε αθλητικές εκδηλώσεις σύμφωνα με το πρότυπο των αγώνων της κλασικής εποχής. Βασιλικό διάταγμα της 19ης Αυγούστου του 1858 όρισε την τέλεση των Ολυμπίων ανά τετραετία. Στην ουσία όμως ήταν ένας διαγωνισμός προϊόντων της βιομηχανίας, της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, ενώ επιπλέον, προβλεπόταν διαγωνισμός και βράβευση πνευματικών έργων. Είχαν για τούτο θεσπιστεί μετάλλια (νομισματόσημα) και χρηματικά έπαθλα. Πίσω από την απόφαση για τους αγώνες ανάμεσα σε παραγωγούς, βιοτέχνες, χειροτέχνες και πνευματικούς δημιουργούς και τον προφανή παραμερισμό των αθλητικών εκδηλοίσεων, βρισκόταν ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, τότε υπουργός των Εξωτερικών, ένας από τους σημαντικότερους αρχαΐζοντες λογίους του 19ου αιώνα. Ο ίδιος προσπάθησε να αποτρέψει τον χορηγό των Αγώνων Ευαγγέλη Ζάππα, από την ιδέα της ανασύστασης των αρχαίων αθλητικο)ν αγώνων χαρακτηρίζοντας την αρχική πρόταση «ήκιστα πρακτική και ουχΐ αυτού του γελοίου απέχουσα». Εν τέλει και προκειμένου να ικανοποιηθεί η επιθυμία του Ζάππα, έγινε δεκτή και η πραγματοποίηση αθλητικών αγώνων στο περιθώριο όμως του διαγωνισμού. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι ο αθηναϊκός τύπος της εποχής ενεπλάκη στο όλο ζήτημα επαινώντας την αρχική ιδέα του Ζάππα για την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων και αποδοκιμάζοντας, τρόπον τινά, την παρεμβολή των ιθυνόντων υπέρ του διαγωνισμού προϊόντων της εγχώριας παραγωγής.

Είναι ευνόητο, ότι οι πνευματικοί αγώνες υπερτερούσαν άνισα των αθλητικών. Κι όπως ήταν επόμενο, στην έκθεση των προϊόντων η εικόνα ήταν αντίστοιχη με την οικονομική πρόοδο του ελληνικού βασιλείου στα μέσα του 19ου αιώνα. Η Ερμούπολη, πρωτοπόρα στον τομέα της μεταποίησης εντυπώσιασε με τα είδη της τοπικής βιοτεχνίας-βιομηχανίας. Στα γεωργικά προϊόντα η ελληνική ενδοχώρα επέδειξε δείγματα της τοπικής αγροτικής παραγωγής.

Οι αθλητικοί αγώνες, τελικά, διεξήχθηκαν με την παρουσία του βασιλικού ζεύγους και των μελών της κυβέρνησης στις 15 Νοεμβρίου 1859 στην πλατεία Λουδοβίκου (μετέπειτα πλατεία Ομονοίας) κάτω από κακές καιρικές συνθήκες. Περιλαμβάνονταν αγωνίσματα δρόμου, αλμάτων, ρίψης, και αναρρίχησης. Χαρακτηριστικό των αγώνων ήταν η προχειρότητα της οργάνωσης, η έλλειψη και των στοιχειωδέστερων  κανονισμών, και, προπάντων, η απουσία και του ελάχιστου αθλητικού πνεύματος. Οι εφημερίδες της πρωτεύουσας αντιμετώπισαν με ειρωνικό έως καυστικό ύφος, την όλη διορ­γάνωση. Χαρακτηριστικά η Αυγή σημείωνε: «Αλλά το θέαμα ην τοσουτον αηδές, ώστε τιάντες ανεχώρησαν δυσηρεστημένοι ένεκα της μεγάλης και αξιοκατακρίτου αταξίας ήτις εβασίλευε καθ’ όλην την διάρκειαν της τραγικοκωμικής ταυτης σκηνής, την οποίαν ουδέποτε θέλομεν λησμονήσει». Στο  ίδιο κλίμα και η περιγραφή του αρθρογράφου της Αθηνάς, ο οποίος, επιπλέον, δεν παρέλειψε να προβάλλει την αντιπολιτευτι­κή στάση της εφημερίδας, θεωρώντας το όλο θέαμα αν­τάξιο της κυβερνητικής απρονοησίας. Κι ο Αιών υπήρ­ξε επικριτικός. Παρουσιάστηκε, ωστόσο, ιδιαίτερα αισιόδοξος ως προς τη συνέχεια: «Αλλ’ όπως και έγιναν τα πράγματα, μεθ’ όσα αν συνέβησαν ατοπήματα, δεν δυνάμεθα ν’ αρνηθώμεν το καλόν των τοιούτων αγώνων. Ου μόνον αναμιμνήσκουαιν ούτοι την προγονικήν ευδαιμονίαν, την ελευθερίαν εκείνην, ης υπήρξαν οι κήρυκες, αλλά και χρησιμεύσουσι συνάμα ως δίδαγμα τω Λαώ, εξυψούσιν αυτόν εαυτώ και τω παρέχονσιν άμα ενασχόλησιν και τέρψιν ηθικήν και ωφέλιμον. Γνωστόν οπόσον οι Ολυμπιακοί αγώνες αυνετέλουν εις την τήρησιν της εγκρατείας παρά τοις προγόνοις ημών. Όπως νικήση τις ώφειλε να έχη καλώς το σώμα. Αλλά τούτο δεν κατωρθούτο χωρίς προηγουμένης διαίτης, προ παντός δε καλής αγωγής και πρέποντος βίου. Η φιλοτιμία, ο ζήλος, νπηγόρευον αυτοίς την εγκράτειαν. Υπό την έποψιν ταύτην χαιρετώμεν και αύθις τα Ολύμπια και επικροτώμεν εις την ωραίαν ιδέαν του φιλογενούς πατριώτου Ευαγγέλου Ζάππα».

Η συνέχεια δόθηκε με τη διοργάν(οση των Ολυμπίων στις 15 Νοεμβρίου του 1870, ενώ στο μεταξύ είχε μεσολαβήσει ο θάνατος του χορηγού ομογενή Ε. Ζάππα. Το καινούργιο στοιχείο σε αυτά τα Β' Ολύμπια ήταν η διεξαγωγή των αθλητικών αγώνων στο Παναθηναϊκό στάδιο. Κι αυτό ήταν ένα συμβολικό στοιχείο μεγάλης σημασίας. Η διασύνδεση με το αρχαίο παρελθόν ήταν, πλέον, δεδομένη. Τα λείψανα των τμημάτων που είχαν απομείνει στη θέση του αρχαίου σταδίου ήταν σε τραγική κατάσταση. Με παρέμβαση του βασιλιά Γεωργίου και με χρήματα του κληροδοτήματος Ζάππα ισοπεδώθηκε ο στίβος, ενώ στήθηκαν και ξύλινες εξέδρες για τους επισήμους. Παράλληλα κατασκευάστηκε μια τρίτοξη μαρμάρινη γέφυρα στον Ιλισό ποταμό, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των θεατών στο στάδιο.

To επίσης καινοτόμο γεγονός των Β' Ολυμπίων ήταν η πρόβλεψη των διοργανωτών για την τέλεση θρησκευτικής εορτής στην έναρξη της εκδήλωσης. Να μην παραλείψουμε την παρουσία της στρατιωτικής μπάντας, που έπαιζε μουσικά θέματα στη διάρκεια των αγώνων. Όπως εύστοχα επισημαίνει η Χριστίνα Κουλούρη στις ολυμπιακές εκδηλώσεις δεν ήταν πλέον παρούσα μόνο η αρχαιότητα. Η κρατούσα ιδεολογία του εθνικού κράτους ήρθε να πλαισιώσει τους αγώνες, πέρα από τα πρότυπα του κλασικού παρελθόντος.

Το επιβεβαιώνει το περιεχόμενο του Ολυμπιακού Υμνου, ο οποίος για πρώτη φορά παρουσιάστηκε μπροστά στο κοινό. Γραμμένος από τον καθηγητή της Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο Θεόδωρο Ορφανίδη, είχε μελοποιηθεί από τον μουσικό Ραφαήλ Παριζίνη. Ιδού η δεύτερη και η τελευταία στροφή του ύμνου:

 

Όσοι έχετε βράζον το αίμα/ και τα στήθη σας δόξα κεντά/ όσοι έχετε πύρινον βλέμμα/ σας η Νίκη εδώ χαιρετά.

 

Χαίρε άναξ κλεινέ των Ελληναν/ υπό σε νέα άρχετ΄ ηώς/ Νέον μέλλον το Έθνος λαμπρυνον/ Μετ’ αυτού ας σε σκέπ' ο Θεός.

 

Ο παθιασμένος ψυχισμός που πάλλεται, ο βασιλικός θεσμός, το ένδοξο μέλλον και η λαμπρή προοπτική του ελληνικού έθνους, δεν είναι τυχαίες αναφορές και συνάδουν ασφαλώς στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα του εν όψει μεγαλοϊδεατισμού.

Οι αγώνες στέφθηκαν με επιτυχία, τουλάχιστον από την άποψη της προσέ­λευσης των θεατών, καθώς 25.000 προσήλθαν, για να παρακολουθήσουν τις αθλητικές εκδηλώσεις. Συμπεριλήφθηκαν, μάλιστα, και νέα αγωνίσματα, όπως η πάλη, η δισκοβολία, το άλμα επί κοντώ, ενώ προβλέπονταν και αγώνες σε άλλα σημεία της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας, οι οποίοι όμως, τελικά, δεν πραγματοποιήθηκαν. Στο Φάληρο επρόκειτο να διεξαχθούν ιππικοί αγώνες και στην Καστέλλα λεμβοδρομίες και κολυμβητικοί αγώνες.

Εννοείται, ότι δεν έλλειψαν οι διαγωνισμοί προϊόντων και πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Οι εφημερίδες, βέβαια, επισήμαναν την καθυστέ­ρηση στην ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής. Τουλάχιστον αυτό επιβεβαίωνε η έκθεση των κατεργασμένων προϊόντων της μεταποίησης. Από την άλλη πλευρά, ποιητικά και θεατρικά έργα διαβάστηκαν από τους δημιουργούς τους μπροστά στα μέλη της επιτροπής του ποιητικού διαγωνισμού. Η έμφαση των Β Ολυμπίων στο πνευματικό έργο είναι εμφανής. Μέχρι που ορίστηκε και βράβευση της καλύτερης μετάφρασης, η οποία θα κρινόταν από καθηγητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Στην ουσία λοιπόν η λήξη των Β’ Ολυμπίων σημειώθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1872, τότε δηλαδή που έγινε η απονομή των βραβείων στους νικητές των μεταφραστικών έργων.

Αν η κορυφαία προσωπικότητα των Α' Ολυμπίων ήταν ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής και των Β' ο γνωστός πολιτικός Δημήτριος Χρηστίδης, τα Γ' Ολυμπία ανέδειξαν την προσωπικότητα ενός σημαντικού - όπως θα δείξει η συνέχεια - παράγοντα, που έμελλε να διαδραματίσει βαρύνοντα ρόλο στα αθλητικά πράγματα και την εδραίωση της ιδέας του αθλητισμού. Πρόκειται για τον Ιωάννη Φωκιανό, γυμναστή και μαθητή του Γεωργίου Παγώντα, ο οποίος επιχείρησε να προσδώσει πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στο προφίλ των αθλητών, που θα λάμβαναν μέρος στους αγώνες. Ορίστηκε ότι οι διαγωνιζόμενοι αθλητές, όφειλαν να προέρχονται από τον χώρο των γυμνασίων ή τον φοιτητικό χώρο και να είναι υποχρεωτικά πάνω από 17 ετών. Γενική, ωστόσο, ήταν η αίσθηση, ότι οι όροι που έθεσε ο Φωκιανός στη συμμετοχή των αθλητών, περιόρισαν τον αριθμό τους, καθώς μόλις 24 νέοι έλαβαν μέρος. Ανάμεσα στους φοιτητές ήταν ορισμένοι, που αργότερα διέγραψαν λαμπρή καριέρα στη δημόσια και ζωή του τόπου. Ο δήμαρχος Σπυρίδων Μερκούρης, ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης, ο ολυμπιονίκης του 1896 και του 1906 Γεώργιος Ορφανίδης, ο μελλοντικός πρόεδρος του Συνδέσμου των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων Μάρκος Μίνδλερ, κ.ά. Αντίθετα, η παρουσία του κόσμου στις αθλητικές εκδηλώσεις, που ξεκίνησαν την 18η Μαΐου 1875, ήταν μεγάλη, αφού πλημμύρισε τον λόφο του Αρδηττού και τις παρακείμενες πλαγιές.

Ο Φωκιανός εισήγαγε νέα αγωνίσματα, εμφανώς επηρεασμένος από το γερμανικό σύστημα εκγύμνασης. Ασκήσεις σε μονόζυγο καί δίζυγα εμπλούτισαν το παραδοσιακό πρόγραμμα των αγωνισμάτων στίβου. Παρά το γεγονός, μάλιστα, ότι και στα Γ' Ολύμπια δεν πραγματοποιήθηκαν αρκετά αγωνίσματα, όπως εξάλλου είχε γίνει και το

1870, είναι φανερό ότι οι χαρακτηριστικές συνιστώσες του σύγχρονου αθλητισμού, όπως αυτός αναπτυσσόταν στα κολέγια του εξωτερικού, εισχωρούσε συνεχώς περισσότερο στους παράγοντες, που ήταν επιφορτισμένοι με την οργάνωση των Ολυμπίων. Επιπρόσθετα αυτή η τάση της αναπαραγωγής των ξένων αγωνιστικών προτύπων, συνδυαζόταν με τα αγωνίσματα τα οποία σηματοδοτούσαν τον αθλητισμό της κλασικής αρχαιότητας. Ο αυτονόητος συνειρμός λοιπόν με τις εξελίξεις, που την ίδια εποχή ακολουθούσαν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, προτρέπει στο συμπέρασμα, ότι η πρόσληψη της ιδεολογίας του σύγχρονου διεθνούς αθλητισμού είχε αρχίσει να γίνεται έντονη στη συνείδηση των νέων αθλητικών παραγόντων της χώρας.

Βεβαίως, ήταν εμφανείς και οι επιρροές που επέβαλε το πνεύμα του ανερχόμενου εθνικισμού στην Ευρώπη και στον κόσμο. Ο λόγος που εκφώνησε ο αντιπρόεδρος Π. Ε. Γιαννόπουλος στην τελετή των εγκαινίων, είναι απολύτως υποστηρικτικός αυτής της εκδοχής. «Οι αγώνες ούτοι [Ολυμπιακοί αγώνες της αρχαιότητας] ήνωσαν κατά την διάρκειά τους όλους τους Έλληνας κατά πόλεις διοικουμένους, εις μίαν φυλήν. Υπό του εθνικού αυτού σκοπού ο αοίδιμος αγωνοθέτης Ζάππας, ο ιδρυτής των Ολυμπίων και κατ’ εξαίρεσιν των εκθέσεων που επραγματοποιούντο εις την Ευρώπην, συνήνωσεν τους Έλληνας με τους σωματικούς αγώνας». Η φυλή, έννοια σύμφυτη με την εθνικιστική ιδεολογία, βρίσκει λοιπόν την κρίσιμη θέση της στο περιεχόμενο του λόγου του Γιαννόπουλου. Και παρακάτω ο ίδιος φρόντισε να συνθέσει τα δεδομένα στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η έκθεση των προϊόντων θα καταδείκνυε την πρόοδο που είχε διανύσει το ελληνικό έθνος από την εποχή των Α' Ολυμπίων του 1859. Ιδού, εν προκειμένω, η καταλυτική παρέμβαση του E.J. Hobsbawm: «Η ‘φυλη, έννοια που διαπότισε την ιδεολογία της περιόδου σχεδόν το ίδιο βαθιά με την έννοια ‘πρόοδος’, διαίρεσε τον κόσμο στα δύο: από τη μια ήραν όσοι εκπροσωπούνταν στις μεγάλες διεθνείς πανηγυρικές εκδηλώσεις προόδου, τις Παγκόσμιες Εκθέσεις, με εντυπωσιακές κατασκευές τεχνολογικού θριάμβου. Από την άλλη όσοι ανήκαν στα ‘αποικιακά περίπτερα’ ...».

Μαζί και η ανίχνευση εθνικών σκοπών που αναδύονται από την πρωτοβουλία του Ε. Ζάππα για την ανασύσταση των Ολυμπιακοί αγώνων. Ο χαρακτηρισμός ‘εθνική εορτή’ επανέρχεται συχνά στο λόγο του Γιαννόπουλου. Στην ίδια κατεύθυνση κινούμενος ο Αιών ‘διαμαρτυρήθηκε’ για το περιεχόμενο των αγώνων, δείχνοντας με την αρμόζουσα στο πνεύμα της εποχής σαφήνεια, την προτίμησή του στην επίδειξη στρατιοπικών ασκήσεων ακρίβειας από αξιόμαχους στρατιωτικούς. Οι ιδεολογικές ταυτίσεις ανάμεσα στον Ύμνο που έγραψε ο Θεόδωρος Ορφανίδης και στο περιεχόμενο του κειμένου που διάβασε ο Π. Ε. Γιαννόπουλος είναι περισσότερο από ευκρινείς.

Η αποτυχία, που καταλογίστηκε στον Φωκιανό, εξαιτίας του μικρού αριθμού των συμμετασχόντων αθλητών και ορισμένες παραλείψεις στο τελετουργικό μέρος των Γ' Ολυμπίων, τον οδήγησαν σε παραίτηση από την Επιτροπή. Και όχι μόνο αυτό. Η κατά κοινή παραδοχή καχεξία στη συγκεκριμενοποίηση του αθλητικού περιεχομένου, συνέβαλε στη μεγάλη καθυστέρηση της επανάληψης των Ολυμπίων. Έπρεπε να περάσουν 13 χρόνια για να πραγματοποιηθούν τα Δ' Ολύμπια, που ξεκίνησαν την 20ή Οκτωβρίου του 1888 στο Ζάππειο με τα εγκαίνια της έκθεσης. Την Επιτροπή αποτελούσαν σημαντικοί παράγοντες της κοινωνικής ζωής της Αθήνας, με πρόεδρο τον υπουργό των Εσωτερικών Στέφανο Δραγούμη. Παρευρέθηκαν πολλές προσωπικότητες, με προεξάρχουσα εκείνη του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ . Προκύπτει εύκολα από τα σχετικά στοιχεία ότι η Επιτροπή έδωσε υπέρτατο βάρος στη διοργάνωση της Έκθεσης, παρά στους αθλητικούς αγώνες. Στο αθλητικό μέρος των Δ Ολυμπίων, που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1889, πάλι με φροντίδα και ευθύνη του I. Φωκιανού, ο οποίος είχε στο μεταξύ επανακάμψει, η συμμετοχή των αθλητών ήταν και πάλι πολύ μικρή. Λίγοι φοιτητές και μαθητές του γυμνασίου έλαβαν μέρος στα 12 αγωνίσματα στίβου και γυμναστικής. "Ηταν τα τελευταία Ολύμπια. Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Ζάππα ήρθε να επιβαρύνει τα πράγματα και να επιβάλει το τέλος της διοργάνωσης.

Ωστόσο, αποτιμώντας τις εκδηλώσεις των Ολυμπίων, οφείλει κανείς να εντοπίσει, ότι παρά τις εμφανείς ατέλειες και την προχειρότητα στην οργάνωση των αγώνων, παρά τις ανακολουθίες στην τήρηση του προγράμματος και τη χαμηλή συμμετοχή αθλητών, η διεξαγωγή τους στάθηκε προοίμιο για τις κατοπινές εξελίξεις στο πεδίο του αθλητισμού. Συντάχθηκαν στοιχειώδεις, έστω και με πολλά ελλείμματα κανονισμοί, αναβίωσαν αγωνίσματα του αθλητισμού της κλασικής εποχής, εισήχθηκαν αθλήματα από την Ευρώπη, κυρίως από το γερμανικό σύστημα εκγύμνασης, ενώ εκδηλώθηκε ισχνό αλλά αρκούντως κρίσιμο ενδιαφέρον για τη δημιουργία αθλητικών χώρων και εγκαταστάσεων. Το Δημόσιο Γυμναστήριο, το Κεντρικό Γυμναστήριο, τα Γυμναστήρια των αθλητικών συλλόγων που άρχισαν να ιδρύονται (Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος), οι εγκαταστάσεις τένις του Ομίλου Αντισφαιρίσεως, ακόμη και ο Όμιλος Ερετών στον Πειραιά, προσέφεραν ελάχιστη έστω υποδομή για την διεξαγωγή αθλητικών εκδηλώσεων. Μα πάνω απ’ όλα, οι αθλητικοί αγώνες μπήκαν στη συνείδηση ενός μεγάλου τμήματος του αθηναϊκού κοινού, προετοιμάζοντας το έδαφος για την καλλιέργεια της αθλητικής ιδέας και την υποδοχή των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η συνέχεια θα αποδειχθεί ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Ο Φωκιανός επανέλαβε στο κεντρικό γυμναστήριο, που βρισκόταν δίπλα στο Παναθηναϊκό στάδιο, στις 19 Μαΐου 1890 αθλητικούς αγώνες. Είχαν λιγότερη επισημότητα από εκείνους που είχε συνηθίσει το κοινό στα Ολύμπια. Έλειπαν οι βασιλείς και οι ξένοι διπλωμάτες. Μόνο ο υπουργός Παιδείας Γεώργιος θεοτόκης παραβρέθηκε, για να τιμήσει τους νικητές.

Την επόμενη χρονιά 1891 ιδρύθηκε ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος από γυμναστές της Αθήνας και πρόεδρο - ποιόν άλλο; - τον Ιωάννη Φωκιανό. Πολύ γρήγορα όμως, διεύρυνε το πεδίο των δραστηριοτήτων του σε όλο το φάσμα του αθλητισμού ξεφεύγοντας από το καθαρό πλαίσιο της γυμναστικής. Ο Πανελλήνιος διοργάνωσε αθλητικούς αγώνες, που παρακολούθησε ο βασιλιάς, ο πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηλιγιάννης και το υπουργικό συμβούλιο, σε αγωνίσματα στίβου και γυμναστικής στο κεντρικό γυμναστήριο με τη συμμετοχή πολλών  φοιτητών και γυμναστών. Η ελλανόδικος επιτροπή δεν αποτελούνταν πλέον από καθηγητές πανεπιστημίου, αλλά από ανώτερους στρατιωτικούς και τον οπλοδιδάσκαλο Νικόλαο Πύργο.

Το επίπεδο της διοργάνωσης ξεπέρασε κατά πολύ το προηγούμενο των Ολυμπίων, προκαλώντας ενθουσιασμό σε επισήμους και μη, ενώ από την άλλη επέτρεψε στους ενασχολουμένους να αισιοδοξούν για τις προοπτικές του αθλητισμού στην Ελλάδα. Ήρθε και η ίδρυση του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου το 1893, μετά την αποχώρηση ορισμένων μελών του Πανελληνίου, που βελτίωσε την εικόνα του σωματειακού αθλητισμού. Πολύ περισσότερο επειδή οι δύο σύλλογοι απέκτησαν ιδιόκτητα γυμναστήρια. Ο Πανελλήνιος στην οδό Πατησίων (εκεί που βρίσκεται και σήμερα η έδρα του γυμναστηρίου του) και ο Εθνικός στην οδό Κηφισίας (το 1905 θα μετεγκατασταθεί στη δυτική όχθη του Ιλισού, κοντά στο Παναθηναϊκό στάδιο, όπου βρίσκεται και σήμερα).

 
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Όροι χρήσης: Για ό,τι ένσταση έχετε για τα κείμενα ή τις φωτογραφίες, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας.