Η Πορεία για την Αναβίωση

Το ότι η ιδέα για την Αναβίωση προήλθε από μέρους των Γάλλων, δεν ήταν τυχαίο. Οι Γάλλοι ήταν από τους πρώτους που στράφηκαν εναντίον της ακροβατικής και οργανικής γυμναστικής του γερμανικού συστήματος, το οποίο σχετιζόταν με τη στρατιωτική ετοιμότητα των μαζών. Και ήταν επόμενο αυτή η αντίθεση να τους φέρει κοντά στα πρότυπα του αθλητισμού της κλασικής αρχαιότητας. «Αν θέλωμεν η Γαλλία να επιζήση εν μέσω των αγρίων θηρίων τα οποία την περιστοιχίζουν ... Και αν απαραιτήτως μας χρειάζονται πρότυπα, δυνάμεθα να εύρωμεν τοιαύτα εις την κλασσικήν αρχαιότητα, πολύ ευγενέστερα, ασφαλέστερα και ασπιλωτερα, ή πέραν της Μάγχης. Οι Έλληνες, οι οποίοι εγνώριζαν τα πάντα ή προεμάντευον εκείνα τα οποία δεν εγνώριζαν, ανεβίβασαν και προήγαγον την σωματικήν αγωγήν πολύ περισσότερον παρά οιονδήποτε των νεωτέρων Εθνών. Εσφαίριζον, εδισκοβόλουν, έρριπτον το ακόντιον, ετόξευον και ησκούντο εις την οπλομαχίαν. Εγνώριζον την τέχνην να προπονούν μίαν χούφταν ανθρώπων και να την κάμνουν ικανήν ν’ ανακόπτη την ορμήν εκατομμυρίων εχθρών ... Και πως δεν κατενόηοαν [οι καθηγητές και οι σοφοί μας] ακόμη ότι τέλειος άνθρωπος είναι εκείνος ο οποίος με το χέρι με το οποίον έγραφε την Ιφιγένειαν, εκέρδιζε και τον στέφανον κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας;». Τούτο το απόσπασμα από κείμενο του γάλλου παιδαγωγού Philippe Daryl, δεν αφήνει καμία αμφιβολία. Ο γαλλικός εθνικισμός ευρισκόμενος σε ευθεία αντιπαράθεση με τον επιθετικό γερμανικό μιλιταρισμό, επιλέγει το κλασικό αθλητικό πρότυπο των αρχαιο­ελληνικών συναντήσεων. Είναι, βεβαίως, προφανές ότι η πρόταση του γάλλου παιδαγωγού δεν αναφέρεται πουθενά σε διοργάνωση διεθνών αθλητικών αγώνων. Περιορίζεται μοναδικά στη Γαλλία, στους Γάλ­λους και στο γαλλικό έδαφος.

Τι θα μεσολαβήσει και το εθνικό θα αναχθεί σε διεθνές; Αναμ­φισβήτητα η προσωπικότητα του βαρώνου Πιερ ντε Κουμπερτέν. Γεννημένος το 1863 σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες, αλλά η βάση της επιστημονικής του συγκρότησης ήταν η κλασική παιδεία. Ως παιδαγωγός είχε μελετήσει τα παιδαγωγικά συστή­ματα, που εφάρμοζαν οι σημαντικές χώρες της Ευρώπης και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Βιώνοντας το κλίμα του εθνικισμού, υπό την επήρεια των προτύπων της αγωγής και της ψυχοσωματικής υγείας των Ελλήνων της αρχαιότητας, και έχοντας πλήρη γνώση της εξέ­λιξης της παιδαγωγικής στον σύγχρονο κόσμο, πρωταγωνίστησε σε μια ριζική αλλαγή της κατεύθυνσης του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήμα­τος, που θα έδινε προτεραιότητα στην καθολική, δηλαδή στην ψυχική και τη σωματική ανάπτυξη της προσωπικότητας των νέων. Το σχέδιό του αποσκοπούσε στην ένταξη των αγωνισμάτων του αρχαιοελληνικού αθλητισμού στα γαλλι­κά εκπαιδευτήρια. Κι ακόμη, βέβαια, η πρόσληψη της βρετανικής εμπειρίας των κολε­γίων, τα οποία είχαν κάνει άλματα στην ανάπτυξη των ομαδικών αθλημάτων. Τούτο υποδείκνυε με σαφήνεια τη διεθνοποίηση του αθλητισμού, με άλλα λόγια τη διοργάνωση μεγάλων αθλητικών συναντήσεων. Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων βρισκόταν στην καρδιά της συλλογιστικής του γάλλου διανοούμενου.

Ο Κουμπερτέν είχε να αντιμετωπίσει την αντίδραση των υποστηρικτών του γερμανικού συστήματος της ανόργανης και ενόργανης γυμναστικής, οι αντιλήψεις των οποίων κυριαρχούσαν στην Ευρώπη στα τέλη του 19ου αιώνα, επηρεάζοντας την οργάνωση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε πολλές χώρες. Ιδέες που προέκυπταν και εξυπηρετούσαν - όπως ήδη επισημάναμε άλλωστε - και ιο κλίμα του διογκούμενου εθνικισμού.

Οι αθλητικοί αγώνες σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, τα sports που είχε υιοθετήσει εκτεταμένα το βρετανικό εκπαιδευτικό σύσιημα έναντι της γερμανικής γυμναστικής. Ο Κουμπερτέν ανέλαβε να παρου­σιάσει την ιδέα του στη συνάντηση της Ένωσης των Γαλλικών Αθλητικών Σωματείων, που πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο της Σορβόννης στις 25 Νοεμβρίου 1892. Έκπληκτο το κοινό άκουσε τον Κου­μπερτέν να υπερασπίζεται ορισμένες καινοφανείς θεωρίες: «Ας αρχίσωμεν να εξάγωμεν και δρομείς, κωπηλάτας, οπλομάχους. Αυτή είναι η ελεύθερα συναλλαγή, το ελεύθερον εμπόριον του μέλλοντος και την ημέραν καθ’ ην θα εισαχθή

εις τα ήθη της γηραιάς Ευρώπης η ειρήνη θα εύρη εις αυτό ένα νέον και ισχυρότατον στήριγμα». Προχωρώντας παρουσίασε πλήρη την πρότασή του: «... την επιδίωξιν και την πραγματοποίησιν του μεγάλου και ευεργετικού έργου της ανασυστάσεως των Ολυμπιακών Αγώνων, επί βάσεων συγχρονισμένων και συμφώνων προς τον νεώτερον βίον».

Θεμέλιο της πρότασης που έθεσε ο Κουμπερτέν, ήταν ο ερασιτεχνικός αθλητισμός. Σε αυτό το σημείο αξιοποιούσε περισσότερο τα στοιχεία του βρετανικού αθλητισμού, η ανάπτυξη του οποίου στηριζόταν στο ερασιτε­χνικό ήθος, στο σεβασμό των κανόνων των αγωνισμάτων, στο ‘fair-play’ όπως έχει εύστοχα αναφέρει η Χριστίνα Κουλούρη. Η ευχαρίστηση βρί­σκεται στη συμμετοχή των αθλητών στους αγώνες, εκεί ακριβώς ολοκληρώνεται. Από εκεί και πέρα η νίκη συνιστά την καταξίωση της αδιαμφισβήτητης υπεροχής μέσα από την ευγενική άμιλλα και τον εξανθρωπισμένο συναγωνισμό.

Σε αυτό το αθλητικό ιδεώδες, όπως το εισηγήθηκε ο Κουμπερτέν, είχαν εξ αντικειμένου θέση ‘όλα’ τα κοινωνικά στρώματα. Όλα; Εκτός από την εργατική τάξη, βέβαια! Η ερασιτεχνική ενασχόληση απαιτούσε να διαθέτει κανείς ελεύθερο χρόνο, και τη δυνατότητα αυτή δεν την είχαν εξ ορισμού οι εργάτες. Ωστόσο, μέσα από το ιδεώδες του ερασιτεχνισμού μπορούσαν να συναντηθούν νέοι από την αστική και τη μεσαία τάξη, κι αυτό ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για τα μέχρι τότε δεδομένα των κοινωνικών συναναστροφών. Ήταν πράγματι μια τομή στα κοινωνικά ήθη της εποχής. Οι αθλητικές λέσχες έσπασαν τους φραγμούς, που τόσο αδιαπέραστοι παρέμεναν επί αιώνες, σφραγίζοντας μια νέα εποχή στους όρους της κοινωνικότητας. «Το ερασιτεχνικό ιδεώδες, που είχε το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι συνένωνε τη μεσαία τάξη με την τάξη των ευγενών, απέκτησε ως έμβλημα το νέο ιδεώδες των Ολυμπιακών Αγώνων (1896), ιδέα ενός γάλλου θαυμαστή τον βρετανικού ιδιωτικού εκπαιδευτικού συστήματος, όπου τα γήπεδα κατείχαν κεντρική θέση», λέει ο Hobsbawm.

Η Ένωση των Γαλλικών Σωματείων δεν μπορούσε να αφήσει το ελκυστικό επιχείρημα του Κουμπερτέν αδιευκρίνιστο. Αποφάσισε να συγκαλέσει συνέδριο για τον επόμενο χρόνο με τη συμμετοχή και ξένων εκπροσώπων αθλητικών σωματείων και οργανώσεων. Το νερό είχε μπει στο αυλάκι. Το επιβεβαιώνει ο τίτλος του συνεδρίου: Διεθνές Συνέδριο των Παρισίων δια την μελέτην και την διάδοσιν των αρχών του φιλαθλητισμού. Ο γαλλικός όρος ήταν ακριβώς amateurisme, στην ελληνική φιλολογία της εποχής μεταφέρθηκε με διάφορες παραλλαγές, άλλοτε ως ερασιτεχνισμός, άλλοτε φιλαθλιαμός κι άλλοτε φιλαθλητισμός, όπως εδώ τον τήρησε ο I. Χρυσάφης. Σε κάθε περίπτωση πάντως υποδήλωνε και διατηρούσε ως βάση τον βρετανικό ερασιτεχνισμό, τον οποίο θαύμαζε ο Κουμπερτέν. Η συζήτηση θα αφορούσε το μεγάλο θέμα της διερεύνησης των δυνατοτήτων αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ο γάλλος βαρώνος, γενικός επίτροπος του συνεδρίου, απέστειλε πρόσκληση στον πρόεδρο του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου Ιωάννη Φωκιανό, ζητώντας να συμμετάσχει στις εργασίες του συνεδρίου. Τόνιζε, μάλιστα, στην επιστολή του, πόσο απαραίτητη θεωρούσε την εκπροσώπηση του ελληνικού σωματείου «λαμβανομένον υπόψη τον σκοπού τον συνεδρίαν». Ο Φωκιανός, επιφορτισμένος με την κατασκευή του γυμναστηρίου του Πανελληνίου, ζήτησε από το μέλος του συλλόγου Δημήτριο Βικέλα, που διέμενε στο Παρίσι, να παραστεί στις εργασίες που ξεκίνησαν στις 16 Ιουνίου του 1894. Το 8ο θέμα του συνεδρίου αφορούσε στο ζήτημα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ο Βικέλας ανέλαβε να παρουσιάσει τις ελληνικές θέσεις πάνω στο ζήτημα. Στην ουσία ήταν οι απόψεις, που είχε συντάξει σε υπόμνημα ο Φωκιανός. Η συγκατάθεση στην προοπτική της αναβίωσης υπήρξε ρητή. Επιπλέον στο υπόμνημά του ο πρόεδρος του Πανελληνίου ανέλαβε να εκθέσει λεπτομερώς τις συνιστώσες των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων, θεωρώντας ότι συνεισφέρει στον προβληματισμό για το περιεχόμενο, που επρόκειτο να δοθεί στους αναβιούμενους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Το όραμα που εμπεριείχε η ρηξικέλευθη πρόταση του Κουμπερτέν, περιλαμβάνεται στην εισηγητική εγκύκλιο, που κατατέθηκε σε όλους τους εκπροσώπους. Η αναφορά ήταν σαφής: «Η ανασύστασις των Ολυμπιακών Αγώνων επί βάσεων και συνθηκών ηρμοσμένων προς τας ανάγκας του νεωτέρον βίου, θα φέρη ανά τετρετίαν αντιμετώπους τους αντιπροσώπους όλων των εθνών του κόσμον, και επιτρέπεται από τούδε να πιστεύσωμεν ότι οι ειρηνικοί και ευγενείς ούτοι αγώνες θ’ αποτελέσουν τον καλύτερον εξ όλων των διεθνισμών».

Η αντιδιαστολή προς το διχαστικό κλίμα του εθνικισμού που επιχειρούσε με την εγκύκλιό του ο γενικός επίτροπος του συνεδρίου, κυριαρχεί στο σύνολο των επιχειρημάτων του υπέρ της αναβίωσης των Αγώνων. Δεν είναι ενδεικτική ως προς αυτό η απουσία των Γερμανών από το συνέδριο; Μάλιστα, η Ένωση των Αθλητικών Σωματείων της Γαλλίας έθεσε ως όρο της δικής της συμμετοχής, τον αποκλεισμό των γερμανικών συλλόγων γυμναστικής. Η τήρηση αποστάσεων από τον γερμανικό μιλιταρισμό ήταν έτσι κι αλλιώς κομβική υπόθεση στην καθόλου πολιτική της Γαλλίας αυτή την περίοδο. Η ταπεινωτική συντριβή των Γάλλων από τους Πρώσους το

1871, δεν ήταν πολύ μακριά για να έχει ξεχαστεί. Το δείχνει η βήμα- βήμα προσέγγιση προς τη Ρωσία του τσάρου Αλέξανδρου Γ και η υπογραφή συμμαχίας ανάμεσα στα δύο μέρη στις αρχές του 1894, με στόχο την απομόνωση της Γερμανίας. Μόλις λίγους μήνες πριν, στη δύση του 1893, το γερμανικό κοινοβούλιο είχε ψηφίσει νέο νόμο για τον στρατό και αύξηση των στρατιωτικών δαπανών.

Η σοβαρότητα του εγχειρήματος καταδεικνύεται από την παρουσία μεγάλου αριθμού εστεμμένων από πολλές χώρες της Ευρώπης - μεταξύ τους και ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνος -, επισήμων, που κουβαλούσαν τίτλους ευγενείας, ελληνιστών, πανεπιστημιακών καθηγητών, αλλά και πλήθους παραγόντων του αθλητισμού. Προσήλθαν εκπρόσωποι από 13 χώρες: από τη διοργανώτρια Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Μεγάλη Βρετανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία, τη Σουηδία, το Βέλγιο, την Ισπανία, την Ουγγαρία, τη Βοημία και τη Ρωσία.

Στην εναρκτήρια ομιλία που διάβασε ο γερουσιαστής βαρώνος ντε Κουρσέλ, το μήνυμα της ειρήνης επανερχόταν συνεχώς. Και δεν ήταν μόνο η απειλή της γερμανικής επιθετικό­τητας, που ανάγκαζε τον γαλλικό παράγοντα να διαφημίζει το ειρηνιστικό περιεχόμενο  της πρωτοβουλίας Κουμπερτέν. Ο εθνικισμός, το είπαμε, ‘κτυπουσε’ σχεδόν όλα τα στρώματα της κοινωνίας, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος. Η ένταση και ο αντα­γωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν πλέον ένα γενικευμένο φαινόμενο, έτοιμο να γκρεμίσει τα θεμέλια της συνεννόησης μεταξύ των κρατών. Συνεπώς, η αναφορά στην ιερή εκεχειρία, που τηρούσαν οι πόλεις της αρχαίας Ελλάδας στη διάρκεια των Αγώνων, και οι παραλληλισμοί μόνο συμπτωματική δεν ήταν από μέρους του Κουρσέλ.

Η τελετή έναρξης έκλεισε με τον υμνο του Απόλλωνος, που είχε ανακαλυφθεί ένα χρόνο πριν από τη γαλλική αρχαιολογική αποστολή στους Δελφούς. Ήταν ένα επιπλέον δείγμα και παράλληλα αποθέωση της προόδου των εργασιών των Γάλλων αρχαιολόγων στην περιοχή των Δελφών, μετά την αποκλειστικότητα των ανασκαφούν, που τους είχε παραχωρήσει η ελληνική κυβέρνηση, το 1891.

Η σοβαρότητα με την οποία οι διοργανωτές αντιμετώπισαν την ελληνική εκπροσώπηση, προτού ακόμη υπάρξει πρόταση για τον τόπο που θα αναλάμβανε την τέλεση της Α' Ολυμπιάδας, αποδεικνυεται από τον ορισμό του Βικέλα ως προέδρου της επιτροπής που συστάθηκε, για να μελετήσει τα ιδιαίτερα ζητήματα στην πορεία για την αναβίωση. Η δεύτερη επιτροπή που συγκροτήθηκε έμελλε να διερευνήσει την έννοια του ερασιτεχνισμού σε βάθος και να υποβάλει σχετικές προτάσεις για τη φυσιογνωμία των αθλητών που θα έπαιρναν μέρος στους αγώνες. Εξαρχής, κι όπως ήταν αναμενόμενο, αποκλείστηκε οποιαδήποτε σχέση των διαγωνιζομένων με τον επαγγελματισμό. Απαγορεύτηκαν τα χρηματικά έπαθλα, ο προσπορισμός χρημάτων από τα σωματεία, ακόμη και τα έξοδα ματακίνησης προς τους αθλητές. Συν τοις άλλοις, απαγορεύτηκαν τα προσφιλή στους Άγγλους στοιχήματα. Έγινε όμως συζήτηση για το παράνομο (!) στοίχημα, και όλοι συμφώνησαν να προσπαθήσουν να το περιορίσουν. Υπήρξε επιπλέον και ρητός αποκλεισμός των προερχομένων από την εργατική τάξη, στη βάση ότι αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στο ιδεώδες του ερασιτεχνισμού, αντίληψη που ήταν συναφής με τους επικρατούντες κανόνες στη Βρετανία, γεγονός που δέχτηκαν μάλλον με ευχαρίστηση και οι υπόλοιποι εκπρόσωποι,

Προβλέφθηκε μεταξύ άλλων, η συγκρότηση Διεθνούς Επιτροπής, με έργο τη διοργάνωση των Αγώνων. Ορίστηκαν τα αγωνίσματα και η πόλη που θα αναλάμβανε την πρώτη σύγχρονη Ολυμπιάδα του 1896. Η πρόταση του Βικέλα να τιμηθεί η Αθήνα, πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, στο έδαφος της οποίας είχαν γεννηθεί οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες, έγινε, τελικά, αποδεκτή ομόφωνα. Το Παρίσι ορίστηκε ως η πόλη που μετά από 4 χρόνια, το 1900, θα φιλοξενούσε τη Β' Ολυμπιάδα.

Η πρώτη Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή σχηματίστηκε με πρόεδρο τον Δημήτριο Βικέλα, γραμματέα τον Κουμπερτέν και 11 επιπλέον μέλη προερχόμενα από 9 διαφορετικές χώρες.

 
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Όροι χρήσης: Για ό,τι ένσταση έχετε για τα κείμενα ή τις φωτογραφίες, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας.