Έγραψαν για την Αθήνα

Ο Παπαδιαμάντης, όσο κι αν παρέμεινε ακλόνητα σε όλο το εύρος του πλούσιου έργου του ο υμνητής της ατμόσφαιρας του νησιού του, της Σκιάθου, θα δώσει μία ενδιαφέρουσα όψη της Αθήνας μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, που θα εκδοθεί, με αφορμή τη διεξαγωγή της Α' σύγχρονης Ολυμπιάδας με τίτλο Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896.

Το κείμενό του τιτλοφορήθηκε «Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις», ήταν μια περιγραφή της Αθήνας του Παπαδιαμάντη. Οι υπόγειες ταβέρνες της αγοράς, το Μοναστηράκι με τα μικρομάγαζα, τα φτωχόσπιτα της Πλάκας, τα παρεκκλήσια στα Αναφιώτικα, αγαπημένες εικόνες κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης. Εδώ δείχνει, πώς αντιλαμβάνεται, αυτός ο τόσο σεμνός, απόκοσμος και ταπεινός, το πιο ένδοξο δημιούργημα της κλασικής αρχαιότητας: «Εκείθεν και εφεξής, υψηλά, επάνω, επιφαίνεται μία αίγλη. Σέλας συλληψθέν, ακτίς ήλιου στερεοποιημένη. “Μάρμαρον θειον, οπού πρέπει να το φιλήση τις”, καθώς είπεν ο Αμπού, ο σατιριστής της συγχρόνου Ελλάδος. Ας οπισθοχωρήσωμεν, ή μάλλον ας σταματήσωμεν εδώ. Σαρκικοί, ολόφρονες και νωθροί άνθρωποι, δεν δύνανται ν’ ανέλθωσιν εις τον ιερόν βράχον της Ακροπόλεως».

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο τεχνίτης της καθαρεύουσας, αφιέρωσε σημαντικό από το έργο του στην Αθήνα, δίνοντας με τον εξαιρετικά επεξεργασμένο του λόγο, εικόνες της καθημερινής ζωής. Δημοσιεύοντας άρθρο με τίτλο «Τι τρώγουν οι Αθηναίοι», έδωσε όψεις της διατροφής των κοινωνικών στρωμάτων της πόλης. Τόνισε την έλλειψη τροφίμων στην αγορά, την ακρίβεια των τιμών στα είδη του κρέατος και τη χαμηλή παραγωγικότητα αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων στην κοντινή ενδοχώρα. Υπέδειξε τα καλά εστιατόρια για τους αστούς, κυρίως στα ακριβά ξενοδοχεία του κέντρου και ειδικά στη ‘Μεγάλη Βρετανία’, και επισήμανε τις πολλές φτωχοταβέρνες για τους ανθρώπους των κατώτερων τάξεων. Παραστατικά μετέδωσε την εικόνα των εργαζομένων, που τρώνε στην ώρα της δουλειάς τους: «Η θέα εν τούτοις του συνήθους γεύματος των εργατικών τάξεων, προ πάντων κατά το θέρος, είναι ικανώς ευχάριστος. Περί την μεσημβρίαν δύναταί τις να παρατηρήση κτίστας, λιθοξόους, αχθοφόρους και άλλους εργατικούς καθημένους σταυροποδητά υπό την σκιάν τοίχου και έχοντας προ αυτών πρόγευμα, ουχί μεν θρεπτικόν, αλλά τουλάχιστον καθαρόν και ικανώς ορεκτικόν, νωπόν άρτον, τεμάχιον λευκού τυρού εντός αμπελοφύλλου, ροδόχρουν ντομάταν, δροσερόν αγγούριον, βότρυν σταφυλής και άλλα ' πράγματα, τα οποία θα έτρωγεν ο ίδιος ευχαρίστως. Το αυτό δυνάμεθα να είπωμεν και δια το επί μικράς τραπέζης προ της θύρας του βακάλη λαϊκού γεύματος, εις το οποίον πρωταγωνιστούσιν η σαρδέλλα, ο παστός σκόμβρος, αι ελαίαι, τα μαρούλια και ο ωχρόξανθος ρητινίτης».

Το περιορισμένο σε έκταση - λόγω του τραγικού τέλους του - έργο του Μιχαήλ Μητσάκη διακρίνεται από παραστάσεις και εκφραστικούς τύπους της καθημερινότητας της Αθήνας. Ας μνημονεύσουμε μόνο το διήγημά του «Εις Αθηναίος χρυσοθήρας», που γράφτηκε στα 1890. Το όραμα του πλουτισμού στα μεσαία στρώματα, η λαγνεία του χρυσού, είτε αυτή οριζόταν από το πάθος για την ανακάλυψη ορυχείων, είτε από τη μανία του Χρηματιστηρίου των Αθηνών, διαπερνά την καθημερινή ζωή των Αθηναίων, έτσι όπως την αναπαριστά έντεχνα ο Μητσάκης. «Ολιγώτερα δε βεβαίως τούτων ήρκουν δια να μεταβληθούν αι τέως ήσυχοι Αθήναι, αι τέως ανατολίτισσαι Αθήναι, αι Αθήναι των νοικοκυραίων, των παντοπωλών και των τραμπούκων, εις είδος τι αμερικανικής πόλεως μαινομένων χρυσοθηρών. Η επιχείρησις του Λαυρίου ωρίσθη να γίνη δια μετοχών, από της στιγμής δ’ εκείνης δεν υπήρξεν άνθρωπος ώστε να μη φιλοδοξήση ν’ απόκτηση τοιαύτας, να γίνη συμμέτοχος τον μεγάλου έργου. Έξωθεν της “Ωραίας Ελλάδος” εγκαθιδρύθη το πρώτον πρόχειρον χρηματιστιίριον, και εμυήθη η τέως απλοϊκή Ελλάς, η Ελλάς των οικογενειών του ’21 και των αναμνήσεων του Αγώνος, η Ελλάς ήτις ήτον ακόμη έν είδος οικογενείας και αυτή, τα θαυμάσια της ζωής των πεπολιτισμένων κοινωνιών, τον περί το χρήμα αγώνα, τον δια παντός τρόπου εκ του μηδενός πλουτισμόν, τα μυστήρια της κυβείας. Ήτο δ’ εκεί πλέον ανά πάσαν πρωίαν το γενικόν των Αθηναίων εντευκτήριον. Έμποροι, χειρώνακτες, καθηγηταί, λόγιοι, φοιτηταί, υπάλληλοι, εργάται, αστοί, πολιτευόμενοι, πάσαι της κοινωνίας αι τάξεις και πάσαι αι αρχαί και πάντα σχεδόν τα μέλη, συνωθούντο, εκεί, υπό της αυτής επιθυμίας ελαυνόμενοι και εις την αυτήν δόνησιν υπείκοντες». Η Αθήνα και οι Αθηναίοι άλλα­ξαν, αυτό υποδεικνύει ο Μητσάκης. Αυτή είναι πράγματι μία λογοτεχνικού τύπου καταγραφή της νέας οικονομικής πραγματικότητας, που επικρατούσε στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα, δηλαδή της βίαιης διείσδυσης των οικονομικών συμπεριφορών της Δύσης, όπως προσλαμβάνονταν στις παραδοσιακές νοοτροπίες.

Μια άλλη Αθήνα, εκείνη των περιθωριακών κοινωνικών ομάδων, μας έδωσε ο Ιωάννης Κονδυλάκης. Οι Αθλιοι των Αθηνών, που εκδόθηκαν σε βιβλίο στα 1895 - είχαν πρωτοδημοσιευθεί σε συνέχειες στο περιοδικό Μη Χάνεσαι του Γαβριηλίδη νωρίτερα - είναι μία πετυχημένη, έστω και ακραία, ηθογραφία των ατόμων του περιθωρίου της Αθήνας. Η Μαριώρα, υπηρέτρια από την Τήνο, ήταν πεισμένη «περί τον πλούτον και της λαμπρότητος των Αθηνών». Ερχόμενη στην πρωτεύουσα «τα πάντα, οι άνθρωποι, αι οικίαι, τα καταστήματα, αι άμαξαι, αι οδοί, εκίνονν τον θαυμασμόν της ...θαυμασμός της δε μετεβλήθη εις έκστασιν όταν έφθασεν εις Αθήνας και ευρέθη εν μέσω τόσης πολυανθρωπίας, τόσου θορύβου, τόσων ποικίλων ιματισμών, στολών, οικιών υψηλών, καταστημάτων με μεγάλα κάτοπτρα και φωτοβολούσας προθήκας. Εβάδιζεν ως υπνοβάτις». Η ευκολία με την οποία θα κυλήσει και θα συναντήσει τα κοινωνικά στρώματα του περιθωρίου, είναι ο άξονας της θεματικής του έργου. Η Αθήνα θα κυριεύσει εν τέλει την αθωότητα του κοριτσιού.

Ωστόσο, βρισκόμαστε στην εποχή που έλαμπε το άστρο του ποιητή Κωστή Παλαμά. Ο Κ. Θ. Δημαράς το τονίζει ιδιαίτερα: «Η δεκαετία 1890-1900 καθιερώνει τον Παλαμά». Σε νεαρή ηλικία είχε ήδη κερδίσει την εκτίμηση των λογοτεχνικών κύκλων της Αθήνας. Στα 1889 παρουσιάζεται στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό με το ποίημά του «Υμνος της Αθηνάς». Το μεγαλύτερο μέρος του έργου αναφέρεται στην πόλη που πήρε το όνομα της αρχαίας θεάς.

 

Αθήνα! Χρυσοστέφανη και τιμημένη χώρα!

Οι μεγαλόχαροι θεοί επάνω σου αγρυπνούνε

και φεύγουν απ’ τον Όλυμπο για να ξεκουραστούνε

στη γη σου τη βραχόσπαρτη. Γιατί εδώ πέρα βρίσκουν

πως πιο πολύ με τους θεούς ο άνθρωπος ταιριάζει,

γιατί εδώ πέρα η προσευχή πιο γκαρδιακή ανεβαίνει,

ακούγεται γλυκύτερη των ποιητών η λύρα,

και το καθάριο το νερό και το ξανθό το μέλι

και το χιλιάκριβο πιοτό που διώχνει τις φροντίδες

προσφέρονται μ’ αγνότερη ψυχή στους αθανάτους,

και τις εικόνες των θεών σκαλίζουν οι τεχνίτες

πλέον πιστά κι αληθινά στο μάρμαρον επάνω

που την κρατάει ανάλλαγη τη φωτερή τον ασπράδα.

Τρέχει, μουγκρίζει ο Κηφισσός, ταύρος αγριεμένος.

Χίλιες βρυσούλες an αυτόν σαν κόρες τον δροσάτες

χύνονται μέσ στη λαγκαδιά, σκορπίζονται στον κάμπο,

χίλια λουλούδια από της γης ξεθάφτοντας τα σπλάχνα.

Κ’ εδώ γυμνά αστεφάνωτα ποτέ δεν απομένουν

ούτε οι βωμοί, ούτε τ αγνά κεφάλια των παρθένων.

 
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Όροι χρήσης: Για ό,τι ένσταση έχετε για τα κείμενα ή τις φωτογραφίες, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας.