Η πρόταση για μόνιμη τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα

Αμέσως με τη λήξη της πρώτης σύγχρονης Ολυμπιάδας και κατά έναν απρόσμενο τρόπο, οι έλληνες παράγοντες και οι αθηναϊκές εφημερίδες ξεκίνησαν εκστρατεία υπέρ της μόνιμης τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Είναι σίγουρο, ότι δεν είχε προηγηθεί καμία προετοιμασία, ούτε είχαν γίνει παρασκηνιακές προσπάθειες προς τα μέλη της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής. Επιπλέον, αυτή η πρόταση γινόταν κατά παράβαση των όσων είχαν συμφωνηθεί στο Παρίσι, αλλά και αντίθετα με τη βούληση των πιο σημαντικών παραγόντων της ΔΟΕ, προπάντων του Κουμπερτέν, ο οποίος παρέλαβε την προεδρία της ΔΟΕ από τον Βικέλα.

Την υπόθεση έφερε στο προσκήνιο πρώτος ο βασιλιάς Γεώργιος στο γεύμα των Ανακτόρων προς τιμή των αθλητών, των ξένων και των παραγόντων. Τότε εκδήλωσε την ευχή: «δια κοινής προσπαθείας κατορθωθή να ορισθώσιν αι Αθήναι ας πεδίον σταθερόν και -μόνιμον των μέλλονταν Αγώνων».

Στον χορό μπήκαν και πολλοί άλλοι. Το Άστν σε πρωτοσέλιδο ανυπόγραφο άρθρο του στις 5 Απριλίου με τίτλο «Εν Αθήναις κατά Τετραετίαν» και υπότιτλο «Η Ελλάς θα καταστή το ειρηνικόν εντενκτήριον των Ενραπαϊκών κρατών», τοποθετήθηκε στο γεγονός, συνδέοντας την υπόθεση με τα ‘εθνικά δικαιώματα’: «Η Ελλάς οφείλει ν αναζητήση δια των αγώνων και να χαρήση υπερηφάνως προς την πρόοδον και τον πολιτισμόν. Μόνον οι πιστεύοντες λαοί, μόνον οι φυλετικώς ακμάζοντες λαοί, μόνον αυτοί δύνανται να έχουν μέλλον εθνικής δράσεως, μόνον αυτοί δυνανται να έχουν εθνικά ιδεώδη, μόνον αυτοί δύνανται να προβάλλουν εθνικά δικαιώματα. Η κατάπτωσις της φυλής διαδηλοί τον εθνικόν θάνατον. Και η Ελλάς υπέρ παν άλλο Έθνος ύψιστον συμφέρον έχει να διατρανώση ότι δεν εξεφυλίσθη, ότι δεν κατέπεσεν, αλλ’ ότι ζη ρωμαλέα και εύρραατος και ας Έθνος και ας Κράτος. Τοιούτος είνε ο υψηλός σκοπός τον συγχρόνου αθλητισμού, τοιαύτην δε σημασίαν καθαρώς πατριωτικήν δια τους Έλληνας, έχει η καθιέρωσις των Διεθνών Αγώναν εν Αθήναις κατά τετραετίαν».

Γλαφυρός ο αρθρογράφος υποδείκνυε με τη δέουσα σαφήνεια το περιεχόμενο της πρότασης. Ιδεολογήματα που συνέδεαν τον αθλητισμό με το μέλλον του ‘έθνους’ και της ‘φυλής’.

Ο Κουμπερτέν ήταν δίκαια αγανακτισμένος εναντίον των παραγόντων της Αθήνας. Κατά του Βικέλα διότι πίστευε, ότι δεν έκανε ότι μπορούσε για να αποτρέψει τη διατύπωση του αιτήματος από την ελληνική πλευρά. Εναντίον των μελών της Επιτροπής και της βασιλικής οικογένειας, διότι είχαν υποκινήσει το ζήτημα. Επιπλέον είχε δυσαρεστηθεί για τη στάση αρκετών υπευθύνων των Αγώνων προς το πρόσωπό του, υπό την έννοια ότι είχαν επιδείξει περιφρονητική συμπεριφορά. Φαίνεται, ότι ορισμένα μέλη της Επιτροπής βλέποντας την απήχηση, που είχε η δραστηριότητά τους στις ξένες αποστολές και στους ξένους επίσημους, είχαν επιχειρήσει να παρακάμψουν τον Κουμπερτέν, προκειμένου να προωθήσουν την ιδέα της διαρκούς τέλεσης των Αγώνων ανά τετραετία στην Αθήνα.

Εκείνος από τη δική του πλευρά, διέκρινε, ότι η αποδοχή του αιτήματος της Ελλάδας, σήμαινε στην ουσία την ακύρωση του διεθνιστικού χαρακτήρα, που είχε η πρόταση για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, και εύλογα ήταν ανένδοτος.

Το εντυπωσιακό είναι ότι η κυβέρνηση Δηλιγιάννη χρησιμοποιούσε το θέμα της μόνιμης τέλεσης των Αγώνων στην Αθήνα, με στόχο να ανυψώσει το χαμένο γόητρό της στην ελληνική κοινή γνώμη, εξαιτίας των κακών χειρισμών της στα εξωτερικά ζητήματα (Κρητικό, σχέσεις με τις ξένες δυνάμεις). Αιφνίδια υπέβαλε νομοσχέδιο στη Βουλή που κατοχύρωνε τη μόνιμη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων στη χώρα. Αυτό κι αν δημιούργησε εντάσεις με την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή. Η λύση στο πρόβλημα φαινόταν να έρχεται από μία πρόταση που επεξεργάστηκε ο Βικέλας. Η Ελλάδα με απόφαση και στήριξη της ΔΟΕ, να αναλάβει τη διοργάνωση Διεθνών Αγώνων ανά τετραετία στο μεσοδιάστημα των Ολυ­μπιάδων. Μάλιστα, έχοντας συνεννοηθεί προηγουμένως με τον Κουμπερτέν, προσδοκούσε σε θετική ανταπόκριση της ΔΟΕ στο επόμενο διεθνές συνέδριο της Χάβρης, το οποίο θα αποφάσιζε για την οργάνωση της Β Ολυμπιάδας στο Παρίσι. Όμως, οι εξελίξεις έτρεξαν σε βάρος της πρότασης του Βικέλα. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 εμπόδισε την ελληνική συμμετοχή στο συνέδριο, και όπως ήταν αναμενόμενο, κανείς ξένος αντιπρόσωπος δεν βρέθηκε να υποστηρίξει την ιδέα. Τα πράγματα χειροτέρεψαν, όταν η κυβέρνηση Θεοτόκη το 1899 ψήφισε το νομοσχέδιο, που είχε καταθέσει δύο χρόνια νωρίτερα ο πρωθυπουργός Δηλιγιάννης. Επόμενο ήταν η ΔΟΕ, να αδιαφορήσει τελείως στην ελληνική πρωτοβουλία, συνεχίζοντας τις προσπάθειες της για την Ολυμπιάδα του Παρισιού του 1900.

 
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Όροι χρήσης: Για ό,τι ένσταση έχετε για τα κείμενα ή τις φωτογραφίες, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας.