Τα παραλειπόμενα

Οι εκδηλώσεις του πλήθους έγιναν το αντικείμενο του εντυπω­σιασμού των εφημερίδων και των ξένων. Το ελληνικό κοινό ενθου­σιασμένο από το θέαμα των Αγώνων φώναζε, ενίσχυε, επιδοκίμαζε τις προσπάθειες, απογοητευόταν. Άλλωστε, η πληθώρα της ελληνικής συμμετοχής υπαγόρευε συνεχή αγωνία για την εξέλιξη των αγωνισμάτων. Ένας γάλλος αυτόπτης, ο Σαρλ Μωρράς, ανταποκριτής της εφημερίδας Gazette de France, μαρτυρεί εύστοχα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά των ελλήνων θεατών: «Θαυμάζω απεριόριστα την ικανότητα των Ελλήνων να ξεσηκώνονται ανά πάσα στιγμή! Θλίβονται αν ένας Έλληνας δεν περάσει τον πήχυ στο άλμα επί κοντώ, ή αν δεν εκτελέσει σωστά τον σταυρό στους κρίκους, και συνοφρυώνονται αν ο Άγγλος, ο Αμερικανός ή ο Γάλλος φανούν πιο ικανοί ή πιο τυχεροί. Ωστόσο, δεν είναι άδικοι: τάσσονται, φυσικά, με το μέρος των δικών τους, τιμούν όμως γενναιόδωρα τους νικητές, όποιοι κι αν είναι. Έτσι, ο ψεύτικος κοσμοπολιτισμός τον σταδίον όχι μόνο δεν πνίγει τον εθνικό ενθουσιασμό, αλλά τον διεγείρει μέχρι απελπισίας».

Ο Γάλλος, πιστός στις ιδέες του, διακρίνει στους αθλητικούς αγώνες τα στοιχεία του εθνικού ανταγωνισμού. Οι πιο εκδηλωτικοί ανάμεσα στους θεατές, Αμερικανοί στις κερκίδες, συνιστούν αδιάψευστο μάρτυρα των απόψεων του.

Είχαν έρθει πολλοί αμερικανοί περιηγητές με πλοίο, οι οποίοι, πράγματι, είχαν εντυπωσιακή παρουσία. Με ζητωκραυγές και επιφωνήματα πανηγύριζαν έντονα τις νίκες των συμπατριωτών τους. Έκαναν μεγάλη αίσθηση στον Σαρλ Μωρράς. «Οι πιο φανατικοί και θορυβώδεις εθνιστές τον Σταδίου δεν είναι οι Έλληνες, όπως εύλογα κανείς θα φανταζόταν: είναι οι Αμερικανοί. Έχοντας έρθει οργανωμένοι σε ομάδες, οι Γιάνκηδες δείρουν πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Κάθε φορά που ανακοινώνεται μια αμερικανική νίκη, οι σημαίες της Ένωσης πλαταγίζουν, καπέλα και μπερέδες τινάζονται στον αέρα, οι ξύλινες εξέδρες τρα­ντάζονται από τις ποδοκρουσίες».

Οι Ούγγροι κέρδισαν τη συμπάθεια των Ελλήνων, ήδη από την άφιξή τους στην Αθήνα. Συνέβαλε σε αυτό ο ένθερμος φιλέλ­ληνας Franz Kemeny, μέλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επι­τροπής και υποστηρικτής της ανάθεσης των Αγώνων στην Ελ­λάδα. Ήταν η μοναδική αποστολή, που παραβρέθηκε στα απο­καλυπτήρια του ανδριάντα του Αβέρωφ, κάτω από αντίξοες και­ρικές συνθήκες. Πανηγύριζαν τις επιδόσεις των ελλήνων αθλη­τών, σαν να προέρχονταν από δικούς τους αθλητές. Οι ούγγροι αθλητές και παράγοντες εξωτερίκευαν συνεχώς τα φιλικά τους αισθήματα προς το ελληνικό κοινό, το οποίο ανταπέδιδε σε κάθε ευκαιρία. Όταν η ισχυρή τους κολυμβητική ομάδα βρέθηκε σε εστιατόριο του Πειραιά, που ήταν πλήρες πελατών, σηκώθηκαν παρέες ελλήνων θαμώνων παραχωρώντας τις θέσεις τους. Έγινε απίθανη ανταλλαγή φιλοφρονήσεων, που τη σχολίασαν οι εφημερίδες με ανάλογο τρόπο.

Μετά το τέλος του Μαραθωνίου ο ούγγρος αθλητής που τερ­μάτισε πέμπτος έλεγε: «δεν μπορούσα να τρέξω γρηγορότερα. Όμως και αν μπορούσα δεν θα το έκανα γιατί μου είναι αδύνατο να στερήσω αυτή τη μεγάλη χαρά από τους Έλληνες».

Στο αγώνισμα της σφαιροβολίας έγινε μάχη ανάμεσα στον Αμερικανό Garrett και τον Έλληνα Γκούσκο. Την παραμονή, οτη διάρκεια της προετοιμασίας τους, ο Γκούσκος είχε νικήσει καθαρά τον Αμερικανό. Στον τελικό οι κριτές έδωσαν αρχικά νικητή τον Γκούσκο και το πλήθος έβγαλε κρυμμένες ελληνικές σημαίες, πανηγυρίζοντας. Όταν στην ανακοίνωση του αποτελέσματος, νικητής αναφέρθηκε ο Garrett, αισθήματα αδικίας και πικρίας πήραν τη θέση της χαράς.

Υπήρχαν και οι περίπατοι των αθλητών στους κεντρικούς δρόμους, που προξενούσαν την περιέργεια των Αθηναίων. Ο βρετανός αθλητής της άρσης βαρών Elliot θαυμάστηκε για τη σωματική του διάπλαση καν την ωραιότητά του. Τον συνόδευαν επιπλέον φήμες, ότι ήταν και εύπορος· συνεπώς, επίδοξες νύφες, αλλά και απλοί περίεργοι άρχισαν ‘κυνηγητό’ στον ξένο αθλητή. Ανάλογη εντύπωση έκανε και ο αμερικανός δρομέας Burke. Είχε έρθει στην Αθήνα με επτά μπαούλα για αποσκευές, κι αυτό αρκούσε να τον χαρακτηρίζουν πλούσιο. Ο αμερικανός άλτης Connolly ήταν ίσως ο συμπαθέστερος ξένος αθλητής. Όταν το κοινό τον έβλεπε στον δρόμο, έτρεχε πάνω του. Στο στάδιο ξάφνιασε όταν αυθόρμητα έβγαλε τη φόρμα του και έμεινε με το κοντό παντελονάκι. Στο πλήθος, που δεν ήταν συνηθισμένο σε τέτοιες σκηνές, το γεγονός προξένησε εντύπωση. Περισσότερο αγαπητός έγινε, όταν οι εφημερίδες δημοσίευσαν την είδηση, ότι στην αφετηρία του Μαραθωνίου δρόμου έδωσε δύο φιάλες με ειδικό υγρό, για να το χρησιμοποιήσουν οι έλληνες αθλητές σαν αναλγητικό της κόπωσης. Εκδήλωσε με αυτό τον τρόπο την επιθυμία του να είναι Έλληνας ο νικητής του Μαραθωνίου, συντασσόμενος με το πάθος χιλιάδων Ελλήνων.

Η πρώτη ολυμπιακή νίκη στο Στάδιο από τον Μητρόπουλο στους κρίκους έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Οι άντρες πετούσαν τα καπέλα τους στον αέρα. Από κοντά και οι άνθρωποι της ουγγρικής αποστολής, που ήταν οι πιο φιλικοί προς την Ελλάδα. Το πλήθος μαζί με τις ζητωκραυγές υπέρ του Μητρόπουλου φώναζε και για την Ουγγαρία. Τον αθλητή συνοδέυσαν δεκάδες άτομα στο σπίτι του, ενώ πολλοί του έριχναν λουλούδια από τα μπαλκόνια.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της αφέλειας ή και της άγνοιας των κανονισμών ήταν η αντίδραση του έλληνα αθλητή της ξιφασκίας στους αγώνες που έγιναν στο Ζάππειο. Θεωρώντας, ότι αδικήθηκε από τους κριτές - στην πλειονότητά τους ήταν ξένοι - επικαλέστηκε τη μαρτυρία των θεατών, ζητώντας από τους κριτές να λάβουν υπόψη την κρίση τους.

Ο ούγγρος κολυμβητής Hayos Gutmann, κέρδισε το κοινό με την τεχνική του, αλλά πάνω απ’ όλα οι εφημερίδες εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός, ότι ένας αθλητής από χώρα που δεν διέθετε παράλια, αποδείχθηκε τόσο ικανός στην κολύμβηση. Ο Hayos Gutmann ωστόσο, είχε λάβει μέρος σε πολλούς αγώνες σε ποτάμια και λίμνες της πατρίδας του.

Οι Αμερικανοί βρήκαν την ευκαιρία να στοιχηματίζουν μεταξύ τους στους ποδηλατικούς αγώνες. Η αμφίρροπη αναμέτρηση του έλληνα ποδηλάτη Νικολόπουλου με τον Αυστριακό Schmal προξένησε πράγματι μεγάλο ενδιαφέρον σε όλους τους θεατές.

Στα πολιτικά ζητήματα των ημερών αξίζει να μνημονευθεί η επίσκεψη του σέρβου βασιλιά. Η Σερβία ήταν ο πιο πολύτιμος σύμμαχος της Ελλάδας στα μείζονα προ­βλήματα των Βαλκανίων και ιδιαίτερα στην αντιμετώ­πιση του Μακεδονικού Ζητήματος, στο οποίο η στάση των Βουλγάρων ήταν άκρως αντίθετη στα ελληνικά συμ­φέροντα. Ο ερχομός του σέρβου ηγεμόνα απέφερε ικα­νοποίηση στην ελληνική κυβέρνηση και έδωσε την ευ­καιρία στον αθηναϊκό λαό να επιδείξει τις φιλικές του διαθέσεις προς τη Σερβία. Ο Ρωμηός, στο κλίμα της επί­σκεψης, έγραψε: «Ζήτα των Σέρβων και Ρωμηών, ζήτω και των Αγώνων/των πάππων, των πατέρων μας, κι ημών των απογόνων».

Στις θεατρικές παραστάσεις η Αντιγόνη του Σοφοκλή, που παρουσιάστηκε από το πρωτότυπο κείμενο με μουσική Σακελλαρίδη από την εταιρεία του Μιστριώτη, προξένησε πολλές συζητήσεις. Οι επίσημοι, μαζί και ο σέρβος βασιλιάς, τίμησαν την παράσταση, αλλά η καυστική γλώσσα του Σουρή δεν άφησε ανέγγιχτο τον Μιστριώτη:

 

Αγώνες, που στο πέλαγος της μούρλας πελαγόνεις,

που με σουραύλια παίξαμε χορούς της Αντιγόνης,

κι έτρεξε το φιλόλογον και λόγιον ασκέρι

ν’ ακούση το πα βου γα δι και νέων τόνων είδη,

το φάσμα δε του Σοφοκλή μ’ ένα ραβδί στο χέρι

τον Μιστριώτη γύρευε και τον Σακελλαρίδη.

 

Σε ό,τι αφορά στον Λούη, αυτός απολάμβανε τις εκδηλώσεις λατρείας των απλών ανθρώπων, αλλά και των κορυφαίων της εξουσίας. Στο Μαρούσι, στo σπίτι του διοργάνωσε γλέντι. Με νταούλια και πίπιζες, τραγούδια και χορούς, οι συγχωριανοί του τίμησαν τον θριαμβευτή. Στην τιμητική δεξίωση, που έδωσε ο βασιλιάς στα Ανάκτορα την 31η Μαρτίου, για πρώτη φορά ο Λούης φόρεσε την παραδοσιακή φουστανέλα. Ο συμβολισμός ήταν δεδομένος. Η εθνική ενδυμασία του νικητή του Μαραθωνίου υποδείκνυε τη διασύνδεση των ηρωικών εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων του 1821 με το ένδοξο προγονικό παρελθόν και υπογράμμιζε ταυτόχρονα τους αναγκαίους εθνικούς οραματισμούς.

Στο μεταξύ το Σάββατο 30 Μαρτίου, την επομένη ημέρα της νίκης στον Μαραθώνιο, έφτασε το τηλεγράφημα που ανήγγειλε τον θάνατο του Χαρίλαου Τρικούπη στις Κάννες. Η μισή Ελλάδα, οι πιστοί φίλοι του, έπεσε σε πένθος. Οι υπόλοιποι, όσοι είχαν συμβάλλει στην ήττα και την αποχώρηση του πρώην πρωθυπουργού, με κορυφαίους τον βασιλιά και τους πολιτικούς του αντιπάλους, βρέθηκαν να διαγκωνίζονται, για να προσκυνήσουν τη σορό του νεκρού, που έφτασε στην Αθήνα για να κηδευτεί στις 9 Απριλίου.

Η είδηση του θανάτου του Τρικούπη δεν εμπόδισε την εκδήλωση που έγινε στο σπίτι του πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη στην Κηφισιά, για να εορταστούν τα επινίκια των Αγώνων. Να σημειωθεί, ότι η παρέα των επισήμων ταξίδεψε με το τραίνο, το οποίο έκανε στάση στο Μαρούσι για να ανέβει ο Σπύρος Λούης, αποθεούμενος. Ανάμεσά τους ήταν οι πρίγκιπες, τα μέλη της Επιτροπής και της Διεθνούς Επιτροπής, ο Σπύρος Σαμάρας, αξιωματούχοι του κράτους και του στρατού, καθώς και απεσταλμένοι ξένων εφημερίδων. Κάποιοι από τους επισήμους, τώρα που όλα είχαν τελειώσει ωραία για την ελληνική πλευρά και ο ενθουσιασμός ήταν στο απόγειό του, δεν απέφυγαν να εκθειάσουν τη θετική στάση’ του Τρικούπη στην ανάληψη των Αγώνων. Οι ζωηρές συζητήσεις στη Βουλή και η ανένδοτη αρνητική γραμμή της τότε κυβέρνησης, εύκολα είχαν περάσει στη λήθη.

Οι αγώνες τελείωσαν, μαζί και οι απέραντες φιλοφρονήσεις προς όσους είχαν διακριθεί, ή είχαν συντελέσει στη διοργάνωσή τους. Η πετυχημένη διεξαγωγή τους αποτελούσε κοινό τόπο, όλοι ήταν κατενθουσιασμένοι με τη λήξη. Το θέμα που ανέκυπτε ήταν η ανάλογη επιτυχία στη συνέχεια. Όμως, τα σύννεφα των προβλημάτων της χώρας είχαν πυκνώσει πάνω από τον αττικό ουρανό.

 
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Όροι χρήσης: Για ό,τι ένσταση έχετε για τα κείμενα ή τις φωτογραφίες, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας.